Η δήλωση του Τραμπ ότι σκέφτεται να αποσυρθεί από το ΝΑΤΟ γιατί οι χώρες του δεν τον βοηθούν στην επίθεση στο Ιράν και αποτελούν «χάρτινη τίγρη», στην πραγματικότητα άργησε 35 χρόνια.
Όταν υπηρετούσα την περίοδο 2001-2004 στον αμυντικό σχεδιασμό, στη Στρατιωτική Επιτροπή του ΝΑΤΟ, η εκτίμηση κινδύνου (Risk Assessment) που είχε την υπογραφή μου, κατέληγε ότι το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να αναπτύξει και συντηρήσει στρατιωτικές δυνάμεις για επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας, χωρίς τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ.
Αφότου η Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας εξέλειψαν, το ΝΑΤΟ είναι ένα συμπλήρωμα της αμερικανικής πολιτικής που ψάχνει λόγο ύπαρξης είτε στους πολέμους κατά της «τρομοκρατίας» είτε στη ρωσική «απειλή».
Η σημερινή κρίση των δυτικών χωρών θυμίζει την αμερικανική παρέμβαση στην αγγλο-γαλλική και ισραηλινή επέμβαση για κατάληψη του Σουέζ το 1956, μετά την εθνικοποίησή της από τον Νάσερ. Τότε ο Αιζενχάουερ ζήτησε την άμεση αποχώρησή τους γιατί ήθελε να προσεγγίσει τις αραβικές χώρες και να αποτρέψει επιστροφή της βρετανικής αποικιοκρατίας. Μόνο που αυτή η ενέργεια έδινε στην Αμερική εικόνα φιλελεύθερης δύναμης.
Μετά την διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1990, το ΝΑΤΟ αναπνέει με «τεχνητές» απειλές και προσχωρήσεις κρατών της πρώην Ανατολικής Ευρώπης.
Οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του ’90 ήταν περισσότερο γερμανική υπόθεση ενώ αργότερα οι πόλεμοι της ‘’τρομοκρατίας’’ στο Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Λίβανο, Σομαλία, Σουδάν, ήταν αμερικανική υπόθεση ή ισραηλινή εξυπηρέτηση.
Οι προσχωρήσεις κρατών της Ανατολικής Ευρώπης στο ΝΑΤΟ έφτασαν κοντά στο «ζωτικό» χώρο της Ρωσίας, η οποία αντέδρασε με τον γνωστό τρόπο αλλά το ίδιο το ΝΑΤΟ παρά τη βοήθεια με όπλα στην Ουκρανία δεν τόλμησε να επέμβει με σημαντικά στρατιωτικά μέσα και προσωπικό.
Οι τελευταίοι πόλεμοι στη Γάζα, στο Λίβανο και στο Ιράν, εξυπηρετούν την κυριαρχία του Ισραήλ στη περιοχή, την διατήρηση των πετροδολαρίων σαν ανταλλακτικό σύστημα και τον αποκλεισμό της Κίνας από τις πηγές ενέργειας και το παγκόσμιο εμπόριο. Τώρα κινδυνεύουν οι συμμαχίες στον Κόλπο αλλά και η κυριαρχία των πετροδολαρίων να αντικατασταθεί από άλλα νομίσματα.
Όλες οι χώρες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης μείωσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους μετά το 1990. Ειδικά η Γερμανία έδωσε το περισσότερο υλικό της στην Ελλάδα και στην Τουρκία, χώρες που διατήρησαν μεγάλους στρατούς αλλά για στατική-τοπική χρήση ή ελάχιστα περιφερειακή για την Τουρκία.
Στους επόμενους πολέμους οι Ευρωπαίοι έστειλαν «συμβολικές» δυνάμεις ή μόνο αεροσκάφη.
Οι περισσότερες δυνάμεις που δίνουν ακόμη οι Ευρωπαίοι στο ΝΑΤΟ είναι «στατικές», όπως την εποχή του ψυχρού πολέμου. Δεν έχουν τα μέσα να μεταφερθούν και να επιχειρήσουν μακριά από τη χώρα τους.
Το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει μόνο ένα αριθμό αεροσκαφών AWACS στη Γερμανία.
Η αμερικανική απαίτηση για ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και διακοπή παροχής του ρωσικού φυσικού στην ευρωπαϊκή οικονομία, παγίδεψαν την Ευρώπη, η οποία φάνηκε υποταγμένη και άβουλη.
Οι εργαζόμενοι αλλά και οι κύκλοι της βιομηχανίας κατάλαβαν ότι επρόκειτο για αμερικανική επιχείρηση εγκλωβισμού σε κινδύνους χωρίς πολλά κέρδη.
Η Ακροδεξιά εκμεταλλεύτηκε την δυσαρέσκεια και έπαιξε το «εθνικιστικό» χαρτί, σε όλο και περισσότερες χώρες. Το γερμανικό ακροδεξιό AfD στηρίζει τη στάση της Ισπανίας απέναντι στους Αμερικανούς.
Η σοσιαλδημοκρατία σύρθηκε άβουλη πίσω από την αμερικανική πολιτική.
Η Αριστερά ψέλλισε κάποιες αντιρρήσεις όταν δεν περιοριζόταν στα δάκρυα για τα δεινά του πολέμου που προέκυψε μετά την εισβολή της Ρωσίας. Τελικά, αναπαύθηκε στην αντίληψη της στρατιωτικής «αυτονομίας» της Ευρώπης απέναντι στην αμερικανική κυριαρχία.
Ο Τραμπ έγινε ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στους «παντοτινούς συμμάχους» Βρετανούς, λέγοντας «πηγαίνετε να πάρετε εσείς το πετρέλαιο» και «θα το θυμηθείτε» αν και οι Βρετανοί επέτρεψαν τη χρήση των βάσεων από τους Αμερικανούς για «αμυντική χρήση στα στενά του Ορμούζ», λες και μπορεί κάποιος να ελέγξει από τη στιγμή που απογειωθούν τα αμερικανικά αεροσκάφη ποιο στόχο θα προσβάλουν.
Βέβαια το 60% των Βρετανών υποστήριξαν τη θέση Στάρμερ.
Η Ισπανία απαγόρευσε τη χρήση των αμερικανικών βάσεων για τον πόλεμο στο Ιράν.
Η Γαλλία έκλεισε τον εναέριο χώρο της για πτήσεις που συνδέονται με τον πόλεμο.
Η Ιταλία αρνήθηκε ανεφοδιασμό των αμερικανικών αεροσκαφών.
Έμεινε η Ελλάδα σαν βάση ανεφοδιασμού για αεροσκάφη και πλοία, με την γνωστή «προθυμία» που δείχνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και τις πολλαπλές βάσεις που παραχώρησε επ’ αόριστον.
Η αποστροφή των Ευρωπαίων σε ποσοστό 63-70% απέναντι στις ακρότητες του Ισραήλ στη Γάζα και η υποστήριξη του Νετανυάχου από τον Τραμπ έπαιξε το δικό της ρόλο στη κοινή γνώμη.
Όλοι σκέφτονται ότι μετά την πολλαπλή αποτυχία, όπως όλα δείχνουν, στο Ιράν, ο Τραμπ θα στραφεί σε ευκολότερους στόχους όπως είναι η Κούβα ή η Γροιλανδία. Το δεύτερο θα σημάνει φυσικά τον οριστικό ενταφιασμό του ΝΑΤΟ μια και θα αποτελεί απειλή μιας χώρας-μέλους από τον ισχυρότερο «σύμμαχο».
Ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να αποτελεί βασικό σύνθημα κινδυνολογίας των κυβερνήσεων της Ευρώπης, προκειμένου να δικαιολογήσουν τα εξοπλιστικά και την εσωτερική καταστολή αλλά η κοινή γνώμη ξέρει ότι δεν είναι άμεση απειλή. Αντίθετα ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να είναι μακρύτερα γεωγραφικά αλλά έχει άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία και απειλεί να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού και των τιμών εκτός από την ενέργεια και στα τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης.
Η δε εμμονή του Ισραήλ μπορεί να οδηγήσει σε διάλυση κρατών, ροές μετανάστευσης και τρομοκρατία καθώς και μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση στη Μ. Ανατολή ενώ επικρέμαται και ο κίνδυνος πυρηνικής καταστροφής.
Η κυβέρνηση Τραμπ ξέρει ότι έχει αδυναμίες στην επιβολή της δικής της παγκόσμιας «τάξης» και προσπαθεί να αρπάξει με όποιο τρόπο μπορεί ενεργειακούς πόρους για να καλύψει την φθίνουσα αμερικανική οικονομία, η οποία έφτασε να έχει 39 τρις χρέος και μικρή εξαγωγική δυνατότητα (πλην όπλων).
Η κρίση του Κόλπου κινδυνεύει να της στερήσει το μεγάλο όπλο των πετροδολαρίων, δηλαδή της πληρωμής των πετρελαίων, κύρια των χωρών του Κόλπου, αποκλειστικά με δολάρια (βάσει συμφωνίας με την Σαουδική Αραβία τη δεκαετία του ’70), τα οποία επιστρέφονται στην Αμερική με την αγορά όπλων, ομολόγων, μετοχών και συμβολαίων.
Στους παραπάνω στόχους η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ δεν μπορούν λόγω μικρών δυνατοτήτων και δεν θέλουν λόγω λαϊκών αντιδράσεων και κινδύνων να συμμετάσχουν.
Ακόμη και αν ο Τραμπ μπλόφαρε και δεν θα προχωρήσει στην αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, κάτι πράγματι δύσκολο μια και απαιτεί τα 2/3 των μελών της Γερουσίας, είναι πολύ πιθανό να κόψει την χρηματοδότηση ή να πάρει τα στρατιωτικά μέσα που έχει στην Ευρώπη και να υποβαθμίσει τη συμμετοχή του.
Είναι φανερό ότι θεωρεί εμπόδιο κάθε διεθνή Οργανισμό και προσβλέπει σε νέες «σφαίρες επιρροής».
Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ αποτελούν πρόβλημα για την επεκτατική πολιτική του Τραμπ. Φέρνουν αντιρρήσεις και δημιουργούν εμπόδια που δεν είναι αρεστά σε μια αμερικανική κυβέρνηση που θέλει να τρέξει ανενόχλητη σε νέους χώρους (Ειρηνικό, Λατινική Αμερική, Αρκτική, Γροιλανδία) ενώ ζητούν προστασία απέναντι από νέους ισχυρούς παίχτες που δεν τους θεωρεί ο Τραμπ εχθρούς, όπως ο Πούτιν.
Επιπλέον οι στρατιωτικές τους δυνατότητες είναι περιορισμένες.
Αυτή τη φορά δεν υπάρχουν ούτε «πρόθυμοι» (εκτός των Βαλτικών χωρών…).
Να το πούμε απλά. Το ΝΑΤΟ δεν «έχει πολύ ζωή». Διατηρείται μόνο και μόνο για να κρατάει την Αμερική κοντά στην Ευρώπη. Όμως οι γάμοι δεν διατηρούνται με τη βούληση της μιας πλευράς. Να θυμηθούμε βέβαια την κυνική ρήση του πρώτου Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Λόρδου Ismay «σκοπός της συμμαχίας είναι να βρεθούν οι Αμερικανοί εντός, οι Γερμανοί κάτω και οι Ρώσοι εκτός».
Ήδη την προηγούμενη εβδομάδα δόθηκε ένα γεύμα στο Ελσίνκι με τη συμμετοχή 10 ηγετών βόρειων χωρών για να συζητήσουν αμυντικές συνεργασίες.
Άρχισαν οι συνεννοήσεις αυτών που έχουν κοινά συμφέροντα. Δηλαδή οι φυγόκεντρες τάσεις και εντός του ΝΑΤΟ.
Η ελληνική κυβέρνηση αντί να στηρίζει το διεθνές δίκαιο, που αποτελεί το διαχρονικό στήριγμα των αδυνάτων και να απλώνει τις συνεργασίες με πολυδιάστατη πολιτική, χωρίς δέσμευση από έξωθεν εντολές, δείχνει «πειθαρχημένη/υποταγμένη» στην πολιτική Τραμπ και στη στήριξη στον Νετανυάχου ενώ είναι πρόθυμη να συμμετάσχει στον «έλεγχο» των διαδρομών πετρελαίου μετά τον πόλεμο, για να εξυπηρετηθούν τα εφοπλιστικά συμφέροντα.
Ποιος περίμενε να φανούν τόσοι κίνδυνοι σε τόσο μικρό χρόνο;
Αυτό δείχνει ότι έχουν οξυνθεί οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων που μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες συγκρούσεις αλλά παράλληλα μπορεί να έχουν ωριμάσει και οι συνθήκες για απρόοπτες κοινωνικές αλλαγές, με την προϋπόθεση ότι θα συνειδητοποιήσουν οι κοινωνίες την αναγκαιότητά τους. Όπως λέει ο λαός μας «όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος».
Η κρίση που έρχεται (οικονομική και γεωπολιτική) μπορεί να γκρεμίσει συμμαχίες και νοοτροπίες.
Σε τέτοια περίπτωση θα σταθούν στα πόδια τους μόνο οι λαοί που ξέρουν να μην υποτάσσονται ενώ θα καταρρεύσουν οι ηγεσίες που δεν εξυπηρετούν τις κοινωνικές ανάγκες και δεν ξέρουν να στέκονται με ισορροπία στις διεθνείς αλλαγές.
Είναι ευκαιρία να ξεπεράσουμε τις φοβίες που κρατούν τη χώρα αγκυρωμένη σε οπισθοδρομικά πρότυπα.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)




























