Στις αρχές του χρόνου το χειρότερο σενάριο για τους Ευρωπαίους αξιωματούχους δεν ήταν ούτε η Γροιλανδία, ούτε οι δασμοί. Ήταν ένα εκτελεστικό διάταγμα του Λευκού Οίκου που θα μπορούσε να διακόψει την πρόσβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κέντρα δεδομένων (data centers) ή σε εφαρμογές όπως το λογισμικό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία προαπαιτούνται για τη λειτουργία των αγορών και του δημόσιου τομέα. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών έχουν αλλάξει άρδην την γωνία θέασης ως προς τις στρατηγικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ψηφιακό τομέα. Σε όλη την Ευρώπη, κυβερνήσεις και οργανισμοί προσπαθούν να περιορίσουν τη χρήση αμερικανικών ψηφιακών υπηρεσιών, επιλέγοντας λύσεις εγχώριες και συχνά ανοιχτών τεχνολογιών. Το πρόταγμα της εθνικής ψηφιακής κυριαρχίας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο εύρος, καθώς ο απρόβλεπτος Αμερικανός πρόεδρος δεν εξαιρεί τους συμμάχους του ΝΑΤΟ από τις απειλές που εξαπολύει. Η κρίση σχετικά με τον έλεγχο της Γροιλανδίας λειτούργησε ως οδοδείκτης.
Ενδεικτική ήταν η δήλωση της εκτελεστικής αντιπροέδρου της Κομισιόν, αρμόδιας για την Ψηφιακή Ασφάλεια Χένα Βίρκουνεν, στο βήμα του συνεδρίου του Νταβός τον Ιανουάριο. Σημείωσε ότι η εξάρτηση της Ευρώπης από άλλους παίκτες μπορεί να στραφεί εναντίον της Ένωσης: «Είναι πολύ σημαντικό να μην εξαρτώμεθα από μια χώρα ή μια εταιρεία σε ότι αφορά τους ζωτικής σημασίας τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας». Η Κομισιόν εργάζεται επί του παρόντος για μία νέα νομοθεσία που στοχεύει στην προώθηση της τεχνολογικής κυριαρχίας. Οι κίνδυνοι ασφάλειας που θέτει η αμερικανική τεχνολογία συζητούνται πλέον ανοιχτά με όρους που πριν από έξι μήνες θα ήταν αδύνατο ακόμα και να διατυπωθούν.
Η εμπιστοσύνη, η κυριαρχία και ο μακροπρόθεσμος έλεγχος των κρίσιμων ψηφιακών συστημάτων έχουν γίνει περισσότερο σημαντικά από τη βραχυπρόθεσμη αποδοτικότητα ή την ευκολία των προμηθευτών. Στο παρελθόν, οι αποφάσεις σχετικά με τον ψηφιακό τομέα στην Ευρώπη είχαν ως κριτήρια την ταχύτητα, την ευκολία και τη βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση κόστους. Αυτό οδηγούσε σε λύσεις προερχόμενες από τους αμερικάνικους τεχνολογικούς κολοσσούς. Αυτή η προσέγγιση λειτουργούσε υπό διαφορετικές γεωπολιτικές συνθήκες και όταν ακόμα τα ψηφιακά συστήματα υποστήριζαν τις επιχειρήσεις. Σήμερα, τα ψηφιακά συστήματα συγκροτούν σε μεγάλο βαθμό την ίδια την επιχείρηση. Το τοπίο έχει αλλάξει ραγδαία και με συνθήκες κατεπείγοντος.
Σε αυτό το πλαίσιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον Ιανουάριο ψήφισμα σχετικά με την τεχνολογική κυριαρχία, το οποίο για πρώτη φορά υποστηρίζει τη χρήση κριτηρίων δημοσίων προμηθειών, προκειμένου να ευνοηθούν τα ευρωπαϊκά τεχνολογικά προϊόντα όπου είναι δυνατόν. Επιπλέον, προτείνει νέα νομοθεσία για την προώθηση των Ευρωπαίων παρόχων cloud. Κομισιόν και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δηλώνουν ότι προτεραιοποιούν την ενίσχυση των ευρωπαϊκών εταιρειών λογισμικού για τις μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες. Ωστόσο, επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται για μια προσπάθεια να εγκαταλειφθεί εντελώς η αμερικανική τεχνολογία, κάτι που άλλωστε θα ήταν αδύνατο. Η επιλογή της αμερικανικής ψηφιακής τεχνολογίας για τις μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες ως προεπιλογή είναι μεν πολύ εύκολη, αλλά πρέπει να σταματήσει. Όπως ειπώθηκε κατ’ επανάληψη στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, πρόκειται για περίπλοκο εγχείρημα, δεδομένου του εύρους της αμερικανικής τεχνολογίας που χρησιμοποιείται, από τσιπ και υπηρεσίες cloud, έως μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και λογισμικό. Η κλίμακα της εξάρτησης της Ευρώπης από την τεχνολογία των ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλη, ιδιαίτερα για υπηρεσίες cloud-computing από εταιρείες όπως η Amazon, η Google και η Microsoft. Το 2024, οι Ευρωπαίοι πελάτες ξόδεψαν σχεδόν 25 δισεκατομμύρια δολάρια σε υπηρεσίες υποδομής από τις πέντε κορυφαίες εταιρείες cloud των ΗΠΑ. Πρόκειται για το 83% της συνολικής αγοράς.
Το θέμα της απεξάρτησης από τις ΗΠΑ απασχολεί την ΕΕ από το 2013 όταν ο Έντουαρντ Σνόουντεν, διέρρευσε πληροφορίες σχετικά με τις πρακτικές επιτήρησης των ΗΠΑ. Το 2018, υπό την πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ, οι ευρωπαϊκές εταιρείες και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξέφρασαν ξανά ανησυχία, μετά την ψήφιση νόμου από τις ΗΠΑ που ρητά παρείχε στις αρχές επιβολής του νόμου την εξουσία να ζητούν δεδομένα άλλων χωρών τα οποία οι Αμερικανοί πάροχοι cloud έχουν αποθηκεύσει στο εξωτερικό. Και στις δύο περιπτώσεις, οι εταιρείες των ΗΠΑ ανταποκρίθηκαν και κατάφεραν να διατηρήσουν και να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους στην Ευρώπη, χτίζοντας περισσότερα κέντρα δεδομένων για την αποθήκευση των δεδομένων των πελατών σε ευρωπαϊκό έδαφος και δεσμευόμενες να μην τα στείλουν αλλού. Τα τελευταία χρόνια, έχουν προχωρήσει περισσότερο, προσθέτοντας επιλογές αποθήκευσης δεδομένων με θυγατρικές ή συνεργάτες υπό ευρωπαϊκό έλεγχο. Η περαιτέρω διεύρυνση αυτής της πρακτικής επανέρχονταν στο Νταβός ως κεντρική επιδίωξη των ευρωπαϊκών στελεχών.
Αμέσως μετά τη δεύτερη εκλογή του Τραμπ, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ζήτησαν από ορισμένους Αμερικανούς παρόχους cloud να διασφαλίσουν ότι οι πελάτες τους σε βασικούς τομείς μπορούν εύκολα να μεταφέρουν την υποδομή των κέντρων δεδομένων τους σε τοπικούς παρόχους εάν μια ενέργεια των ΗΠΑ διακόψει την προσφερόμενη υπηρεσία. Στη Γερμανία, η Microsoft επέκτεινε πρόσφατα μια συμφωνία με την Delos Cloud – θυγατρική της SAP – για την παροχή των υπηρεσιών της εταιρείας υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της τελευταίας. Η Amazon κυκλοφόρησε μέσα στον Ιανουάριο μια υπηρεσία sovereign cloud στην Ευρώπη, η οποία διαχειρίζεται δεδομένα πολιτών της ΕΕ και εδρεύει στη Γερμανία. Η Google έχει επίσης δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια συνεργασίες με τοπικές εταιρείες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες για την κυρίαρχη cloud υπηρεσία της, συμπεριλαμβανομένης μιας κοινοπραξίας στη Γαλλία που λειτουργεί πλήρως από τοπική επιχείρηση, προστατεύοντας τους πελάτες από πιθανά αμερικανικά αιτήματα για περιορισμό της πρόσβασης ή κατασκοπεία.
Έφτασε η εποχή του ανοιχτού λογισμικού;
Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί η ανάγκη διασφάλισης της ανεξαρτησίας του δημοσίου στην ΕΕ στον ψηφιακό τομέα, κάτι που φέρνει στο προσκήνιο το ανοιχτό λογισμικό. Τα κράτη μέλη μεταβαίνουν ενεργά σε εναλλακτικές λύσεις ανοιχτού κώδικα για να παρακάμψουν τις μεγάλες εταιρείες των ΗΠΑ. Αξιοσημείωτα παραδείγματα περιλαμβάνουν το openDesk της Γερμανίας (μια εναλλακτική λύση του Microsoft 365) και τη χρήση από τη Γαλλία εργαλείων που φιλοξενούνται από το κράτος, όπως τα συστήματα επικοινωνίας που βασίζονται στο Matrix. Η Λυών στη Γαλλία ανακοίνωσε πέρσι την ανάπτυξη ανοιχτού λογισμικού για τις υπηρεσίες της. Ο στρατός στην Αυστρία μετά από απόφαση του στρατιωτικού επιτελείου έπαυσε την εφαρμογή Microsoft Office για λόγους εθνικής ασφάλειας και πλέον χρησιμοποιεί ανοικτό λογισμικό. Η κυβέρνηση της Δανίας και πολλές πόλεις της χώρας στράφηκαν και αυτές σε ανοιχτό λογισμικό.
Πρόσφατη εξέλιξη η ανακοίνωση της γαλλικής κυβέρνησης στα τέλη Φεβρουαρίου σχετικά με την παύση χρήσης από τα 2,5 εκατομμύρια δημόσιους υπαλλήλους, εφαρμογών τηλεδιάσκεψης αμερικανικών εταιρειών (Zoom, Microsoft Teams, Webex, GoTo Meeting), αντικαθιστώντας τες με τη γαλλική εφαρμογή Visio η οποία στηρίζεται σε ανοιχτό λογισμικό. Σύμφωνα με τον υπουργό Δημόσιας Διοίκησης της Γαλλίας, Νταβίντ Αμιέλ: «Στόχος μας είναι να δώσουμε τέλος στις μη ευρωπαϊκές λύσεις, να εγγυηθούμε την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα των δημόσιων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, βασιζόμενοι σε ένα ισχυρό και κυριαρχικό εργαλείο. Δεν είναι δυνατόν να διακινδυνεύουμε τις επιστημονικές ανταλλαγές μας, τα ευαίσθητα δεδομένα μας και τις στρατηγικές καινοτομίες μας σε μη Ευρωπαίους παίκτες».
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι μετά την αναταραχή που προκάλεσαν οι απειλές Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία, στην επίσημη ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξαν δημοσιεύματα αναφορικά με την εμβληματική περίπτωση του γερμανικού κρατιδίου Schleswig-Holstein, ως παράδειγμα προς μίμηση στην υιοθέτηση λογισμικού ανοιχτού κώδικα στη δημόσια διοίκηση. Σύμφωνα με την κυβέρνηση του κρατιδίου, η μετάβαση του συστήματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της κρατικής διοίκησης στις λύσεις ανοιχτού κώδικα Open-Xchange και Mozilla Thunderbird ολοκληρώθηκε πλήρως και το 80% του οικοσυστήματος γραφείου έχει ήδη μεταφερθεί σε LibreOffice, ενώ έχει ληφθεί πολιτική απόφαση για τη μετάβαση όλων των φορητών υπολογιστών εργασίας σε Linux και για την ενσωμάτωση λύσεων αποθήκευσης cloud ανοιχτού κώδικα. Η μετάβαση έφερε σαφές οικονομικό αποτύπωμα. Το Schleswig-Holstein εξοικονόμησε συνολικά 15 εκατομμύρια ευρώ από άδειες χρήσης λογισμικού. Μετά την κάλυψη του κόστους μετάβασης και λοιπών συναφών δαπανών, 9 εκατομμύρια ευρώ επανεπενδύθηκαν στο οικοσύστημα ανοιχτού κώδικα. Η διαφάνεια αποτέλεσε βασική αρχή της επιλογής αυτής. Η πολιτική ηγεσία του κρατιδίου έθεσε ως προτεραιότητα τα διαθέσιμα κονδύλια να μην κατευθυνθούν σε «μαύρα κουτιά», αλλά να επιστρέψουν σε ένα ανοιχτό και ελέγξιμο περιβάλλον.
Ωστόσο, η αξιοποίηση του ανοιχτού λογισμικού ως μέσο βελτίωσης της ψηφιακής κυριαρχίας στην ΕΕ δεν περιορίζεται μόνο στον δημόσιο τομέα. Από τις αρχές Ιανουαρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναπτύσσει μια νέα στρατηγική για το λογισμικό ανοιχτού κώδικα η οποία εστιάζει στην επέκταση της κοινότητας, την εφαρμογή στον βιομηχανικό τομέα, την ενσωμάτωση των καινοτομιών ανοιχτού κώδικα στην αγορά και τις ασφαλείς αλυσίδες εφοδιασμού. Θα δημοσιευθεί παράλληλα με τον νόμο για την ανάπτυξη του cloud και της τεχνητής νοημοσύνης (Cloud and AI Development Act CAIDA) εντός του 2026. Σε αυτά τα πλαίσια τον Ιανουάριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στην πρόσκληση "European Open Digital Ecosystems", ενώ η "EU Open Source Week" συγκέντρωσε υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και ηγέτες της βιομηχανίας με σκοπό την εδραίωση του ανοιχτού λογισμικού ως προτύπου για τις ψηφιακές υποδομές της ΕΕ. Επιπλέον, πρωτοβουλίες όπως το EuroStack και η πρωτοβουλία 8ra δημιουργούν αποκεντρωμένα, διαλειτουργικά πλαίσια cloud και edge για να διασφαλίσουν ότι τα κρίσιμα δεδομένα και οι υπηρεσίες παραμένουν υπό ευρωπαϊκό έλεγχο. Η πρωτοβουλία Eurostack έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού, ανεξάρτητου συνόλου ψηφιακών υποδομών, το οποίο ενσωματώνει τοπικούς παρόχους υπηρεσιών cloud, λογισμικό ανοιχτού κώδικα και κέντρα δεδομένων υπό εθνική κυριαρχία.
Που εστιάζει η διαπραγμάτευση;
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ακούγεται συχνά η άποψη ότι οι ΗΠΑ εξάγουν τεχνολογία και η Ευρωπαϊκή Ένωση «εξάγει» νόμους και ρυθμιστικούς κανόνες σχετικά με αυτή. Με δεδομένη την διαρκή κλιμάκωση των διεθνών αναταραχών αυτό έχει οδηγήσει σε σημαντικές ρυθμιστικές διαμάχες μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χαρακτηριστεί ως εμπορική ρυθμιστική υπερδύναμη (regulatory power) στο παγκόσμιο σύστημα. Το φαινόμενο στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ως «Brussels effect» και περιγράφει την ικανότητά της να «εξάγει» ρυθμίσεις, θέτοντας τις προδιαγραφές σε τομείς όπως η ιδιωτικότητα, ο ανταγωνισμός, η τεχνολογία και η προστασία του περιβάλλοντος. Η «Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες» (Digital Services Act, DSA) και η «Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές» (Digital Markets Act, DMA) προχωρούν ένα βήμα παραπέρα προς αυτή την κατεύθυνση. Το DSA στοχεύει στη δημιουργία ενός ασφαλέστερου ψηφιακού πλαισίου για τους χρήστες όπου τα θεμελιώδη δικαιώματα θα προστατεύονται και το DMA στην καθιέρωση ενός επιπέδου λειτουργίας της αγοράς με τρόπο που θα περιορίζει τη δύναμη των ψηφιακών μονοπωλίων. Η σημασία αυτών των προσπαθειών εξηγεί και τις έντονες αντιδράσεις που προκαλούν από την πλευρά των Big Tech και της πολιτικής ηγεσίας των ΗΠΑ με τρόπο που τις καθιστά διπλωματικό διακύβευμα, μεταξύ πολλών άλλων. Οι μάχες που δίνονται αυτή την περίοδο εστιάζουν στα παρακάτω:
- Νόμος για τις Ψηφιακές Αγορές, DMA
Σε αυτή τη χρονική περίοδο αναθεωρείται το πρώτο σε παγκόσμιο επίπεδο ρυθμιστικό πακέτο που συνιστά ο Νόμος για τις Ψηφιακές Αγορές (DMA), το οποίο έχει σχεδιαστεί προκειμένου να αποτραπούν εταιρείες όπως η Apple, η Meta και η Google από το να καταπνίξουν τον ανταγωνισμό στην Ευρώπη. Ωστόσο, η χρονική στιγμή απλά συμπίπτει με τις γεωπολιτικές αναταραχές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι νομικά υποχρεωμένη να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του νόμου προκειμένου να διαπιστωθεί τι λειτουργεί και τι όχι και να συλλέξει τα σχόλια του κοινού σχετικά με τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν πριν από την προγραμματισμένη αναθεώρησή του, η οποία αναμένεται εντός του 2026. Από τις αρχές του έτους, το επίκεντρο των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ σχετικά με τον Νόμο για τις Ψηφιακές Αγορές (DMA) και τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA) έχει μετατοπιστεί από τον νομοθετικό διάλογο σε έντονες, συγκρουσιακές διαμάχες που αφορούν την εφαρμογή των κανονισμών. Οι ΗΠΑ προσπαθούν ενεργά να περιορίσουν την εφαρμογή τους μέσω εμπορικών πιέσεων.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι «απεχθάνεται» το DMA και ότι τo θεωρεί μη δασμολογικό εμπόδιο στο εμπόριο και αδικαιολόγητα στοχευμένο κατά των αμερικανικών εταιρειών. Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας δεν δίστασαν να προτείνουν τρόπους με τους οποίους η εκτελεστική εξουσία της ΕΕ θα πρέπει να τροποποιήσει τους κανόνες. Η Apple δήλωσε ότι ο κανονισμός πρέπει να καταργηθεί. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο τύπου της Επιτροπής Thomas Regnier «Η εταιρεία απλώς αμφισβητεί κάθε λεπτομέρεια του DMA από την έναρξη της εφαρμογής του». Η Google - η οποία διαθέτει τις περισσότερες υπηρεσίες που εμπίπτουν στον κανονισμό - υιοθετεί έναν ελαφρώς πιο συμβιβαστικό τόνο. Θα ήθελε να δει την Επιτροπή να υιοθετεί μια «ήπια» προσέγγιση στην επιβολή του νόμου. Δηλαδή να απομακρυνθεί από τα πρόστιμα και να στραφεί προς τις διαπραγματεύσεις.
Επιπλέον ζητήματα που προκύπτουν έχουν να κάνουν, για παράδειγμα, με το γεγονός ότι εταιρείες όπως η DuckDuckGo και η Ecosia προσβλέπουν στο DMA προκειμένου να τους δοθούν τα απαραίτητα δεδομένα ώστε να μπορέσουν ανταγωνιστούν τον τεχνολογικό γίγαντα στον τομέα της αναζήτησης, την Google. Η παροχή καλύτερων και περισσότερο λεπτομερών δεδομένων αναζήτησης συνιστά άλλον ένα τομέα διαπραγματευτικής έντασης.
- Προσθήκη cloud και τεχνητής νοημοσύνης σε DMA
Αρχικά, οι υπηρεσίες cloud επρόκειτο να καλύπτονται από το DMA. Ωστόσο, μια φόρμουλα που συμφωνήθηκε το 2022 εξασφάλιζε ότι οι μεγάλοι πάροχοι, όπως η Amazon, η Microsoft και η Google θα εξαιρούνταν. Τώρα ευρωβουλευτές, ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και ορισμένες εθνικές ρυθμιστικές αρχές, επιθυμούν εξασφαλίσουν ότι οι μεγάλοι πάροχοι των ΗΠΑ θα υποχρεούνται να τηρούν τους κανόνες. Ο επικεφαλής της CISPE που εκπροσωπεί τους ευρωπαίους παρόχους cloud Francisco Mingorance δήλωσε ότι: «Η εξαίρεση του cloud δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό. Πρόκειται για τη ραχοκοκαλιά της τεχνητής νοημοσύνης και, μέσα σε λίγα χρόνια, η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα λειτουργεί απλώς στο cloud — η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι το cloud».
- Δημιουργία νέου ρυθμιστικού φορέα και ενίσχυση της επιβολής
Τα παραπάνω έχουν οδηγήσει τους τελευταίους μήνες στην ιδέα της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου φορέα με αποστολή την επιβολή των σχετικών κανόνων, εκτός της αρμοδιότητας της Επιτροπής που έχει πολλαπλές ανταγωνιστικές προτεραιότητες και υπόκειται σε πολιτικές πιέσεις. Ο φόβος ότι η επιβολή του DMA θα υποχωρήσει έναντι των εμπορικών συμφερόντων της ΕΕ οδήγησε ορισμένους, κυρίως ακαδημαϊκούς, να υποστηρίξουν αυτή την ιδέα. Μια πιθανή λύση θα ήταν η δημιουργία μιας «Ευρωπαϊκής Ψηφιακής Αρχής» υπεύθυνης για την άμεση επιβολή των νόμων του ψηφιακού κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του DMA. Μια ανεξάρτητη οντότητα, απαλλαγμένη από πολιτικές επιρροές, με δικό της προϋπολογισμό και ταυτότητα που θα μπορεί να εξασφαλίσει και την ταχύτητα της επιβολής.
(Η Δώρα Κοτσακά είναι Ερευνήτρια, Αν. Συντονίστρια Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα)































