Μετά το 2019 και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τη Ν.Δ., οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν περάσει σε μια φάση διολίσθησης προς την εμπέδωση καθεστώτος ανισορροπίας ισχύος. Κάθε εχέφρων νους αντιλαμβάνεται ότι η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας είναι αναγκαία, καθώς και ότι ο διάλογος ουδέποτε έβλαψε κανέναν. Ωστόσο, η κυβερνητική θέση σύμφωνα με την οποία ο Πρωθυπουργός επιστρέφει από την Άγκυρα έχοντας συνάψει συμφωνίες αμοιβαίου οφέλους, που εξασφαλίζουν τη διατήρηση των περίφημων «ήρεμων νερών», μόνο ως φενάκη μπορεί να εκληφθεί.
Και αυτό διότι ένας διάλογος όπου θα υπογραμμίζονται διαρκώς οι εθνικές «κόκκινες γραμμές» και θα υπογράφονται επικερδείς και για τα δύο μέρη συμφωνίες συνιστά κάτι το τελείως διαφορετικό σε σχέση με τη θεμελίωση ενός πλέγματος σχέσεων, όχι οικονομικής αλληλεξάρτησης, αλλά μονομερούς εξάρτησης. Οι κύριοι Μητσοτάκης και Ερντογάν συμφώνησαν στην αύξηση των εμπορικών συναλλαγών στα 10 δισ. ευρώ και αυτό εισπράττεται εξαιρετικά θετικά από τους πάντες. Αν εμβαθύνουμε όμως λίγο περισσότερο, θα δούμε ότι οι εξαγωγές της Ελλάδας προς την Τουρκία άγγιζαν τα 2,2 δισ. το 2019 και της Τουρκίας τα 2,25 δισ. εντός μίας λογικής απόλυτης ισορροπίας. Όμως, το 2024, τα αντίστοιχα νούμερα έφθασαν το 1,52 δισ. έναντι 3,2 δισ., σηματοδοτώντας μία ραγδαία επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου εις βάρος της Ελλάδας, γεγονός για το οποίο δεν έχουμε ακούσει καμία τεκμηριωμένη απάντηση από τους Υπουργούς της Κυβέρνησης.
Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η πατρίδα μας κατατάσσεται 50ή μεταξύ 69 οικονομιών στο δείκτη παραγωγικότητας, το σύστημα καινοτομίας παρουσιάζεται εξαιρετικά ισχνό και ο πρωτογενής τομέας πνέει τα λοίσθια, η αύξηση του όγκου των εμπορικών συναλλαγών στα 10 δισ. ευρώ θα σημάνει την περαιτέρω μονομερή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από την τουρκική. Με άλλα λόγια, τα βήματα για την ενίσχυση της ελληνοτουρκικής οικονομικής συνεργασίας θα έπρεπε να προϋποθέτουν την ισότιμη συμμετοχή της Ελλάδας και όχι την πρόσδεσή της στο τουρκικό οικονομικό άρμα υπό όρους ανισότητας.
Περαιτέρω, τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ αναφέρονται συνεχώς στην «ηρωική» (!) αναφορά του Πρωθυπουργού για την ανάγκη άρσης του τουρκικού casus belli. Ο κ. Μητσοτάκης έθεσε και ορθά το ζήτημα, αλλά προφανώς ο κ. Ερντογάν αρνήθηκε να λάβει την οποιαδήποτε δέσμευση. Σε τι ζημιώθηκε η Τουρκία για την εν λόγω άρνηση; Πριν «φουσκώσουν από υπερηφάνεια» τα κυβερνητικά στελέχη, μήπως θα μπορούσαν να εξηγήσουν ποια είναι η στρατηγική της Ελλάδας ώστε η Τουρκία να άρει το casus belli ή μήπως αρκεί απλά που ο κ. Μητσοτάκης το ανέφερε;
Ο Πρωθυπουργός μίλησε, επίσης, για την «ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων των μειονοτήτων» εξομοιώνοντας την ελληνική της Κωνσταντινούπολης με τη μουσουλμανική της Δυτικής Θράκης, όπως επίμονα προσπαθεί να επιτύχει η Τουρκία εδώ και δεκαετίες. Στη Θράκη διαβιούν Έλληνες μουσουλμάνοι πολίτες, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λοζάνης, τους οποίους η Άγκυρα επίμονα προσπαθεί να καπηλευτεί. Για ποιο λόγο ο κ. Μητσοτάκης ανοίγει ζητήματα, από τη στιγμή που επισήμως και διαχρονικά αναγνωρίζουμε ως μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση Α.Ο.Ζ. και υφαλοκρηπίδας;
Γιατί διολισθαίνουμε σε ένα διάλογο Ελλάδας-Βουλγαρίας-Τουρκίας όσον αφορά τις μεταναστευτικές ροές, από τη στιγμή που μετά τη Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας, το θέμα είχε καταστεί ευρωτουρκικό; Η Τουρκία συνεχίζει να εργαλειοποιεί τον ανθρώπινο πόνο και να οδηγεί εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες στα ελληνοτουρκικά σύνορα, αλλά ο κ. Μητσοτάκης δεν είχε να πει κουβέντα. Όπως λέξη δεν ανέφερε και για το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, την απαράδεκτη επ’ αόριστο NAVTEX στην «καρδιά» του Αιγαίου, την τουρκική «πολιτική των κανονιοφόρων» στο ζήτημα της υλοποίησης του ευρωπαϊκού έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, τη μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς σε τζαμί.
Ποιον συμβουλεύτηκε για τις ως άνω πρωτοβουλίες ο Πρωθυπουργός; Σίγουρα πάντως όχι την Εθνική Αντιπροσωπεία ή τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς τους οποίους, κατά πάγια τακτική του, αφήνει στο «σκοτάδι» και αποφεύγει να ενημερώσει. Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει μετατραπεί σε “one man show” του κ. Μητσοτάκη, με αποτέλεσμα η επικοινωνία να εξωραΐζει ως «ισοπαλία» μία καθοδική πορεία προς την ήττα.
(O Γιάννης Σαρακιώτης είναι Δικηγόρος – Βουλευτής Φθιώτιδας)
































