Τα «ήρεμα νερά», στη συνάντηση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδος-Τουρκίας, στην Άγκυρα, δεν συνδυάστηκαν με κάποια στρατηγική από ελληνικής πλευράς. Ήταν προσπάθεια πρόσκαιρου εφησυχασμού με κύριο στόχο το εσωτερικό περιβάλλον. Έτσι δίνεται περιθώριο στην τουρκική πολιτική να διευρύνει τη διείσδυση στην Ευρώπη και να προετοιμάσει τον «ζωτικό της χώρο» για τις επόμενες κινήσεις.
Τα γεγονότα και η γενικότερη κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή είναι τόσο ρευστή που ο κόσμος κρατάει την ανάσα του για να αφουγκραστεί που θα πάει ο τσακωμός των «βουβαλιών». Οι κυρίαρχες δυνάμεις (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία) διαγκωνίζονται για το ποιος θα επικρατήσει οικονομικά και γεωπολιτικά, οπότε οι μεσαίοι κρατούν στάση αναμονής και ετοιμάζονται για την επόμενη μέρα.
Η Τουρκία θεωρεί τον εαυτό της «περιφερειακή δύναμη» και δεν έχει σκοπό να απεμπολήσει ιμπεριαλιστικές πρακτικές όπως το casus belli, τη «γαλάζια πατρίδα», τις γκρίζες ζώνες, τη NAVTEX διαρκείας στο Αιγαίο, την αντίδραση στο ηλεκτρικό καλώδιο, πάνω απ’ όλα την κατοχή και τα διχοτομικά της σχέδια στην Κύπρο.
Διεκδικεί «ζωτικό χώρο» στη Συρία, στο Αιγαίο και στη Ν.Α. Μεσόγειο.
Υποκρίνεται ότι θέλει καλές σχέσεις και «ήρεμα νερά» ενώ στην πραγματικότητα ετοιμάζεται για να επωφεληθεί από τις «διευθετήσεις» μεταξύ των μεγάλων.
Η «συμφωνία των Αθηνών» πριν δυο χρόνια έφερε μια σχετική «ηρεμία» στον αέρα αλλά άφησε σε εξέλιξη τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Τουρκίας. Σταμάτησε τις καθημερινές τριβές αλλά άφησε τις απειλές να σέρνονται ύπουλα.
Όπου βρίσκει χαλαρότητα και αδυναμία όπως στη Συρία ενεργεί δυναμικά. Εκμεταλλεύεται τη νωθρότητα στην εξωτερική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, την φοβία, τις επιδιώξεις της ελληνικής οικονομικής ολιγαρχίας για άμεσο κέρδος, την πάση θυσία επιδίωξη για ήρεμα νερά από πλευράς ελληνικής κυβερνητικής πολιτικής για να κρατηθεί η κοινωνική αντίδραση.
Όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη χάνει σε όλους τους τομείς την κοινωνική υποστήριξη δεν έχει περιθώρια για πίεση και από το εξωτερικό.
Πολύ περισσότερο όταν κινδυνεύει να διαταραχθεί η ατομική ηρεμία των πολιτών. Αυτών που τόσο πολύ προσπάθησε να ξεκόψει από τις συλλογικές προσπάθειες και να τους κάνει πάλι «άτομα». Τα μεμονωμένα άτομα δεν έχουν στήριγμα ούτε σε αξιοπρεπείς μισθούς/συντάξεις ούτε σε κοινωνικές υπηρεσίες που έχουν διαλυθεί. Είναι ευάλωτα και γι αυτό επιζητούν να διατηρήσουν ότι τους έχει απομείνει.
Το μόνο πλέον που θέλουν είναι η ατομική και οικογενειακή ηρεμία. Αυτή θέλει να διασφαλίσει η κυβέρνηση και το επιδιώκει με τα ελεγχόμενα κανάλια, τον εκφοβισμό δημοσιογράφων που κάνουν ενοχλητικές ερωτήσεις, την νομική απειλή σε βουλευτές που αποκαλύπτουν εγκληματικές συμπεριφορές σε μετανάστες και πολίτες και τις υποχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική.
Θέλει να καθησυχάσει τους πολίτες ότι μπορούν να ζουν χωρίς κινδύνους και φόβο. Και ας ζουν με τα παιδιά τους στην ανεργία. Σπέρνει εφησυχασμό και θερίζει ανοχή.
Και η Ακροδεξιά σε όλη την Ευρώπη δεν θέλει πια πολέμους εξωτερικούς. Θέλει να ξεκαθαρίσει το τοπίο πρώτα στο εσωτερικό. Να ξεφορτωθεί τους μετανάστες και τους αριστερούς για να μην υπάρχουν διεκδικήσεις από το μεγάλο κεφάλαιο και κοινωνικές παροχές.
Έμαθαν ότι οι πόλεμοι μπορεί να φέρουν τα πάνω-κάτω και να ανέβουν οι δυνάμεις των μη-εχόντων στην εξουσία. Προτιμούν πλέον να στηρίξουν τις «εθνικές» δυνάμεις της οικονομικής ολιγαρχίας από τις οποίες και εξαρτώνται. Θέλουν λοιπόν και αυτοί ηρεμία στην εξωτερική πολιτική.
«Ηρεμία» θέλει και το ΝΑΤΟ στη Νοτιοανατολική Πτέρυγα για να προετοιμαστεί για την περικύκλωση της Ρωσίας και τον αποκλεισμό των δρόμων της κινεζικής υπερπαραγωγής εμπορευμάτων.
Συνεργασία θέλουν και οι κατασκευαστικές εταιρείες, γι αυτό και η σχετική αναφορά Μητσοτάκη για κοινά ελληνο-τουρκικά προγράμματα ανοικοδόμησης της Συρίας αφού τα αντίστοιχα στην Ουκρανία αργούν.
Ξέθαψαν ακόμη και την ακτοπλοϊκή σύνδεση Σμύρνης-Θεσσαλονίκης που είχε συμφωνηθεί το 2017 στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδος-Τουρκίας, στη Σμύρνη.
Οι επιδιώξεις των συνομιλητών ήταν φανερές. Εκεί που ο κ. Μητσοτάκης μιλούσε κατευναστικά για «ήρεμα νερά», συνεργασία στο μεταναστευτικό και στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, ο κ. Ερντογάν πριν και κατά τη διάρκεια της επίσκεψης μίλησε απροκάλυπτα για «άνεμο της Τουρκίας στην περιοχή», για «τουρκική μειονότητα στη Θράκη» και για «δυο κράτη στην Κύπρο», δηλαδή για θέματα εκ των οποίων το πρώτο δείχνει αλαζονεία και τα υπόλοιπα άπτονται της κυριαρχίας της Ελλάδος και της Κύπρου.
Να το ξεκαθαρίσουμε. Κάθε προσέγγιση μεταξύ γειτόνων είναι χρήσιμη αρκεί να μην αποσκοπεί σε «εσωτερική κατανάλωση» και να μην γίνεται σε κλίμα κατευνασμού προς τη γείτονα.
Η δυναμική της σημερινής Τουρκίας καθορίζεται από τις επιδιώξεις του νέου βιομηχανικού και εξοπλιστικού τομέα που οδηγεί την καπιταλιστική ανάπτυξη της χώρας και έχει ανάγκη από νέες αγορές και πηγές ενέργειας. Οι παλιές οικογένειες των κατασκευών πολυκατοικιών, των οποίων η αντοχή κρίθηκε στους σεισμούς και της εμπορίας πετρελαιοειδών ξεπεράστηκαν και απαξιώθηκαν. Οι νέες επιδιώξεις θέλουν «ζωτικό χώρο», σύνδεση με το ευρωπαϊκό βιομηχανικό πλέγμα και αγορές στην Ασία και Αφρική.
Η Ε.Ε. από την άλλη έχει ανάγκη την Τουρκία για το στρατιωτικό της δυναμικό και ο Τραμπ για τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο.
Σε αντίθεση η ελληνική κυβερνητική πολιτική σπρώχνεται από τον κατασκευαστικό τομέα και δεν ενδιαφέρθηκε να στηρίξει τον βιομηχανικό ή αγροτικό τομέα.
Η εσωτερική αδυναμία αντανακλάται στην εξωτερική πολιτική, η οποία έχει εξαφανιστεί από τα Βαλκάνια και στην Ευρώπη ακολουθεί πολιτική «ουράς». Ενδεικτικά, αυτές τις μέρες ο πρόεδρος της Σερβίας Βούτσιτς επισκέπτεται την Άγκυρα και στη συνέχεια ο Ερντογάν πηγαίνει στην Αιθιοπία και Η.Α.Ε.
Για να αντισταθμίσει την κατάσταση η ελληνική κυβέρνηση καταφεύγει στον «κατευνασμό» και στα «ήρεμα νερά» και σαν απάντηση διαρρέει το γνωστό όσο και πονηρό «τι θέλετε να κάνουμε, πόλεμο»;
Η λύση βρίσκεται σε πολιτικές μακριά από υποταγές και εξαρτήσεις αλλά όπως «στρώνεις» μέσα έτσι «κοιμάσαι» και έξω ή αντίστροφα.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)































