Με τις ανακοινώσεις τους για το εθνικό απολυτήριο, ο Πρωθυπουργός μαζί με την Υπουργό Παιδείας σε ένα ρεσιτάλ μεγαλοστομίας υποσχέθηκαν πως ούτε λίγο ούτε πολύ, τέλειωσαν τα βάσανα για όλους -μαθητές, εκπαιδευτικούς, γονείς- και η χώρα αποκτά ένα υψηλής ποιότητας Λύκειο και πιο αξιοκρατικό σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Τα ίδια επανέλαβε η Υπουργός στις τοποθετήσεις της στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, πριν λίγες μέρες.
Θα προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω γιατί δεν πρόκειται να γίνει τίποτα το ουσιαστικό, και, αν τελικά υλοποιηθούν οι εξαγγελίες, θα υπονομευτεί ακόμη περισσότερο η λειτουργία του δημόσιου σχολείου γιατί, απλά, δεν αντιμετωπίζονται ορισμένα από τα πιο σύνθετα και δύσκολα προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος συνολικά.
Μια από τα ίδια με τις Πανελλήνιες
Ο Πρωθυπουργός μαζί με την Υπουργό υπερθεματίσαν γιατί θα πρέπει να διατηρηθούν οι Πανελλήνιες αφού είναι, κατά την γνώμη τους, αδιάβλητες και αξιόπιστες. Είναι, βέβαια, άξιον απορίας γιατί η Υπουργός, λίγες μέρες αργότερα, απέφυγε να τοποθετηθεί για το θέμα αυτό στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. Άλλη μια συνειδητή παραπλάνηση των πολιτών;
Επί της ουσίας, όμως. Ναι, είναι αδιάβλητες οι Πανελλήνιες. Είναι, όμως, και αξιόπιστες; Και πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα που βασίζεται αποκλειστικά στην αποστήθιση να θεωρείται εκπαιδευτικά αξιόπιστο; Αξιόπιστο σημαίνει πως αφού προετοιμαστώ για τις συγκεκριμένες εξετάσεις, έχω δηλαδή αποκτήσει περισσότερη μόρφωση, θα είμαι σε θέση να σπουδάσω αυτό που επιθυμώ και οι γνώσεις που απέκτησα θα μπορούν να εμπλουτιστούν με αυτές που θα αποκτήσω στο πανεπιστήμιο.
Τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει. Η επιτυχία στις Πανελλήνιες εξαρτάται από την αποστήθιση κάθε λέξης του βιβλίου και η παράλειψη έστω και μίας μικρής φράσης στις απαντήσεις στα θεωρητικά μαθήματα, σου κλείνει την πόρτα για το Τμήμα στο οποίο θα ήθελες να εισαχθείς.
Άλλο παράδοξο της κατά τον Πρωθυπουργό «αξιοπιστίας» των Πανελληνίων: πώς εξηγείται το ότι στις εξετάσεις στο τέλος του πρώτου εξαμήνου των πολυτεχνικών και φυσικομαθηματικών Τμημάτων, οι επιδόσεις των φοιτητών είναι εξαιρετικά χαμηλές, όταν στο πρώτο εξάμηνο τα μαθήματα είναι ουσιαστικά μία επανάληψη των αντίστοιχων μαθημάτων του Λυκείου και όσων διδάχθηκαν οι μαθητές στα φροντιστήρια; Οι Πανελλήνιες, λοιπόν, δεν είναι εκπαιδευτικά αξιόπιστες. Ούτε και δίκαιες, αφού για μία διαφορά ελάχιστον μορίων μπορεί να βρεθείς σε Τμήματα που δεν σε ενδιαφέρουν. Ο μόνος πια ρόλος που επιτελούν οι εξετάσεις αυτές είναι διανεμητικός, δηλαδή να κατανείμουν τους υποψηφίους στα διάφορα Τμήματα αποκλείοντας έναν μεγάλο αριθμό υποψηφίων.
Το σύστημα που εξαγγέλθηκε δεν αντιμετωπίζει ούτε και ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα. Οι υποψήφιοι, ειδικά την τελευταία χρονιά του σχολείου, βιώνουν μία καθημερινότητα που είναι σε απόλυτη δυσαρμονία με αυτά που έχουν ανάγκη. Εντάσεις στην οικογένεια, φιλίες και σχέσεις που χάνονται γιατί δεν «υπάρχει χρόνος», περιορισμένη ενασχόληση με τα κοινά ή και με δραστηριότητες εκτός σχολείου. Οι νέες ρυθμίσεις με τον πολλαπλασιασμό των εξετάσεων θα αυξήσουν την πίεση και το άγχος και θα λειτουργήσουν επί τα χείρω.
Εξετάσεις, περισσότερες εξετάσεις
Η κυβέρνηση δηλώνει, επίσης, πως δεν θα υπάρξουν περισσότερες εξετάσεις, ενώ όλα όσα εξαγγέλει πιστοποιούν το ακριβώς αντίθετο: Τράπεζες Θεμάτων και συνυπολογισμός των επιδόσεων σε όλες τις τάξεις του Λυκείου για τον καθορισμό του τελικού βαθμού απολυτηρίου. Πιστεύει, αλήθεια, κανείς ότι αυτό δεν ενισχύει τον ρόλο των φροντιστηρίων και των ιδιαίτερων ακόμη περισσότερο; Θεωρεί πως η έμφαση που ή ίδια έδωσε στην Τράπεζα Θεμάτων εξασφαλίζει μια κάποια αντικειμενικότητα, όταν γνωρίζουμε ότι η δημοσιοποίηση των θεμάτων που υπάρχουν στις Τράπεζες Θεμάτων, ενισχύουν ακόμη περισσότερο την τυποποιημένη διδασκαλία των φροντιστηρίων και των ιδιαίτερων μαθημάτων;
Και μία λεπτομέρεια: έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, η προετοιμασία των υποψηφίων κάθε χρονιάς για τις Πανελλήνιες κοστίζουν στις οικογένειες περισσότερα από 1 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι πολλά περισσότερα από ό,τι διαθέτει η πολιτεία για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, αν αφαιρεθούν οι μισθοί των εκπαιδευτικών!
Στο προτεινόμενο σύστημα, η διαμόρφωση των τελικών βαθμών κάθε τάξης του Λυκείου θα είναι αποτέλεσμα και της προφορικής επίδοσης των μαθητών. Πιστεύει, αλήθεια, κανείς πως γονείς των οποίων η συμπεριφορά και σήμερα είναι προβληματική, θα αποδεχτούν την κρίση των εκπαιδευτικών ή ότι κάποιοι εκπαιδευτικοί δεν θα υποκύψουν στις πιέσεις γονέων και ενίοτε διευθυντών;
Επιπλέον, λόγω του συνυπολογισμού του προφορικού βαθμού, θα εκτιναχθούν οι εγγραφές στα ιδιωτικά σχολεία, μιας και γνωρίζουμε πως οι βαθμοί που δίνονται στα ιδιωτικά σχολεία είναι υψηλότεροι από ό,τι στα δημόσια και πολλοί γονείς πιστεύουν πως στα ιδιωτικά γίνεται πιο αποδεκτή η απαράδεκτη συμπεριφορά τους. Και, βέβαια, όλο αυτό θα εντείνει τις ανισότητες, οι έχοντες θα θελήσουν να «θωρακίσουν» τα παιδιά τους με ακόμη περισσότερα φροντιστήρια και ιδιαίτερα, οι υπόλοιποι θα αφεθούν στη μοίρα ενός δημόσιου σχολείου για το οποίο η κυβέρνηση κάνει το παν για να μετατραπεί σε ένα εξεταστικό κέντρο. Οι ανισότητες όμως δεν θα περιοριστούν στα παραπάνω: τι θα γίνει με τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, με τα παιδιά από μειονότητες και τα προσφυγόπουλα; Η κάθε κατηγορία, αντιμετωπίζει ένα εντελώς διαφορετικό φάσμα προβλημάτων, και στο θρυλούμενο νέο Λύκειο δεν φαίνεται να έχουν θέση τα παιδιά αυτά.
Συμπερασματικά: η αναβάθμιση του Λυκείου προγραμματίζεται με εξέτασεις από ερωτήσεις μέσω Τράπεζας Θεμάτων, ο συνοπολογισμός των βαθμών της κάθε τάξης του Λυκείου θα καθορίζει τον βαθμό απολυτηρίου, οι επιδόσεις στα προφορικά θα είναι και αυτές μέρος της βαθμολογίας, και ταυτόχρονα διατηρούνται οι Πανελλήνιες και η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής. Δεν σχολιάζω πώς είναι δυνατόν όλα αυτά να συμβαδίσουν με τα λεγόμενα πολλαπλά βιβλία η υλοποίηση των οποίων συνεχώς αναβάλλεται και έχουν γίνει αντικείμενο χλευασμού ακόμη και απο πολλούς σοβαρούς εκπαιδευτικούς που ήταν υπέρ μιας τέτοιας ρύθμισης. Αν τώρα όλα αυτά, αναβαθμίζουν το Λύκειο και ενισχύουν τον μορφωτικό του ρόλο, είναι ένα ερώτημα που απαντιέται θετικά μονάχα στο μυαλό των κυβερνητικών παραγόντων.
Γιατί το κάνουν;
Το εύλογο ερώτημα πολλών καλοπροαίρετων πολιτών για τα παραπάνω είναι: γιατί η κυβέρνηση να θέλει να προχωρήσει με αυτούς τους τρόπους; Δεν γνωρίζει τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν; Δεν καταλαβαίνει πως το σχολείο γίνεται ακόμη πιο απωθητικό για τις μαθήτριες και τους μαθητές; Δεν συνειδητοποιεί ότι οι οικογένειες θα δαπανούν ακόμη περισσότερα σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα και δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων; Βεβαίως και τα γνωρίζει, αλλά ανακοινώνει διάφορα σχέδια γιατί είναι δέσμια συμφερόντων και τα οποία εξυπηρετεί με συνέπεια.
Ενδεχομένως να ακούγεται αφοριστικό αλλά έτσι είναι. Δύο, μόνον, παραδείγματα. Την περασμένη χρονιά πραγματοποιήθηκαν αγορές πολύ γνωστών ιδιωτικών σχολείων από funds. Να θυμήσουμε πως το 2024 ο Πρωθυπουργός σε συνάντηση με επενδυτές στην Νέα Υόρκη, πρότεινε ο ίδιος ως ελκυστικούς επενδυτικούς κλάδους την υγεία και παιδεία. Επειδή τα funds δεν επενδύουν χρήματα χωρίς να έχουν μελετήσει διάφορες πλευρές των επενδύσεών τους, κατέληξαν στην απόφαση ότι θα υπάρχουν υπολογίσιμα κέρδη από μία τέτοια επένδυση, αφού υπάρχει και μία κυβέρνηση που φροντίζει τόσο πολύ για τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης.
Το ίδιο ισχύει και για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Παρακολουθήσαμε τον απίστευτο ευτελισμό των διαδικασιών έναρξης της λειτουργίας τους. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι πρόσφατα υπήρξαν συναντήσεις κυβερνητικών παραγόντων με εκπροσώπους ξένων (όχι δευτεροκλασσάτων) πανεπιστημίων για να πεισθούν να κάνουν αίτηση για ίδρυση παραρτημάτων στην Ελλάδα, και τα οποία έχουν μάλλον πειστεί αν και διαπραγματεύονται ακόμη με την κυβέρνηση για ευνοϊκότερους όρους. Με αυτόν τον τρόπο, θα αυξηθεί το κύρος των υπόλοιπων ιδιωτικών πανεπιστημίων, θα ξεχαστούν όλα τα ευτράπελα που έγιναν για να ξεκινήσει από φέτος η λειτουργία όσων ήδη είχαν συνεργασίες με Κολλέγια στην Ελλάδα, θα ξεχαστούν και οι σκανδαλωδώς ευνοϊκές διατάξεις που ψηφίστηκαν για αυτά, σε πρώτη φάση τα δίδακτρα θα είναι αρκετά χαμηλότερα από το κόστος που απαιτείται ως προετοιμασία για τις Πανελλήνιες και η εγγραφή στα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα συνεχίσει να γίνεται με τον τρόπο που ισχύει και που ουσιαστικά ανάγεται στην απόκτηση του απολυτηρίου.
Και ο συντονιστής...
Και κάτι που μου έκανε τεράστια εντύπωση και ελπίζω να μην εκληφθεί ως προσωπική εμπάθεια: ο επικεφαλής που θα συντονίζει τις συζητήσεις και τις προτάσεις σχετικά με το εθνικό απολυτήριο. Πρόκειται για τον νυν πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιά. Στο αναλυτικό βιογραφικό του σημείωμα που είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου, υπάρχουν όλες οι δημοσιεύσεις του. Καμία, ναι καμία, δεν σχετίζεται με έστω και έμμεσο τρόπο με την εκπαίδευση. Ενώ υπάρχουν πολλές για τις τραπεζικές καταθέσεις, για την εμμηνόπαυση, για την οστεοπόρωση και τη διάρκεια των απεργιών στην Ελλάδα, θα περίμενε κανείς από τον επικεφαλής ενός τέτοιου σημαντικού εγχειρήματος να είχε γράψει έστω ένα σύντομο άρθρο για εκπαιδευτικά θέματα. Κρίμα, γιατί η κυβέρνηση έχει στενές σχέσεις με πολλούς ειδικούς (χωρίς εισαγωγικά) στο χώρο της εκπαίδευσης τους οποίους και αγνόησε.
Για να μην είμαι άδικος, υπάρχει μία αναφορά για την εκπαίδευση στη δήλωσή του, παρόντος του Πρωθυπουργού και της Υπουργού: «αν θέλουμε να μιλήσουμε για την παιδεία, πρέπει να ανατρέξουμε στην αρχαία ελληνική σκέψη, Ηράκλειτο, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, ήταν ουσιαστικά το κέντρο της πολιτείας. Τότε είχαν πολιτείες, το κέντρο της πολιτείας ήταν η παιδεία.»
Έρρωσθε και ευδαιμονείτε.
(Ο Κώστας Γαβρόγλου είναι μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Αλέξη Τσίπρα και πρώην υπουργός Παιδείας)































