Ο θάνατος των πέντε εργατριών στη Βιολάντα ήρθε να μας θυμίσει, για άλλη μία φορά μετά την τραγωδία των Τεμπών, ότι ζούμε σε μία χώρα στην οποία, όλο και περισσότερο, ο κρατικός μηχανισμός νοιάζεται μόνο για μπίζνες και γίνεται ανοικτά εχθρικός και παντελώς αδιάφορος για τις ζωές μας. Η τραγωδία, όπως όλα δείχνουν, οφείλεται σε ένα συνδυασμό εγκληματικής εργοδοτικής αμέλειας για την ασφάλεια των εργαζόμενων, κρατικής αδιαφορίας και ανεπάρκειας για τις ζωές των ανθρώπων και, φυσικά, υποστελέχωσης των αρμοδίων ελεγκτικών μηχανισμών.
Η εργοδοτική εγκληματική αμέλεια δεν είναι κάτι καινούριο. Γνωρίζουμε όλοι ότι πολλοί εργοδότες αντιμετωπίζουν τα μέτρα ασφάλειας ως επιπρόσθετο και συχνά «αχρείαστο» κόστος. Οι δε εργάτες, στην πράξη αντιμετωπίζονται σαν αναλώσιμοι πόροι, μαζί με το αλεύρι, τα αρώματα και τα συντηρητικά των μπισκότων.
Τη συνειδητή και εν πλήρη γνώση των κινδύνων κρατική αδιαφορία – ανεπάρκεια τη βιώσαμε όλοι τραυματικά με την τραγωδία των Τεμπών. Μας την υπενθύμισαν όμως, ξανά, τα πρόσφατα γεγονότα με το μπλακ άουτ που προκλήθηκε στις πτήσεις του FIR Αθηνών αλλά και το τραγικό περιστατικό με τις δεξαμενές στο Πέραμα. Ας μιλήσουμε λίγο παραπάνω για την περίφημη υποστελέχωση.
Υποστελέχωση
Η υποστελέχωση των ελεγκτικών μηχανισμών είναι αμιγώς πολιτική και συνειδητή επιλογή, που είχε ξεκινήσει πριν ακόμα από την εποχή των μνημονίων. Τώρα ζούμε καθημερινά τα καταστροφικά της αποτελέσματα. Και δεν αφορά μόνο την καταβαράθρωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας και την υποβάθμιση του σε κάτι σαν «ανεξάρτητη αρχή» η οποία πρέπει με 233 ανθρώπους να ελέγχει πάνω από 400.000 επιχειρήσεις. Η συστηματική υποστελέχωση των ελεγκτικών και τεχνικών υπηρεσιών συνεπάγεται αδυναμία ελέγχου και δημιουργεί περιβάλλον ασυδοσίας για τους εργοδότες και θανατηφόρων κινδύνων για τους εργάτες, όπως έμπρακτα αποδείχθηκε στη Βιολάντα.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, σε πρόσφατη έκθεση ελέγχου δημοσίων έργων, διαπίστωσε ότι «οι τεχνικές υπηρεσίες είναι υποστελεχωμένες. Σε περισσότερους από τους μισούς από τους ελεγχθέντες φορείς, η πληρότητα κυμάνθηκε σε ποσοστά κάτω του 50%, ενώ σε τέσσερις εξ αυτών καταγράφηκε στελέχωση μικρότερη του 33% της προβλεπόμενης στον Οργανισμό τους». Και σε αυτή την περίπτωση φυσικά, η δραστική μείωση της ικανότητας ελέγχων στα τεχνικά έργα δημιουργεί ατμόσφαιρα εργολαβικού πάρτι, αλλά και κινδύνους για τους πολίτες – χρήστες των έργων.
Η υποστελέχωση αφορά και τις πάνω από 100 κενές θέσεις ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, αλλά και το γεγονός ότι από τους 600 που δουλεύουν μόνο οι 500 είναι πιστοποιημένοι. Αφορά και τις 4.000 κενές οργανικές θέσεις της Πυροσβεστικής. Αφορά και τη δημόσια υγεία: μόλις πριν μερικές ημέρες, 23 σωματεία εργαζομένων σε δημόσια νοσοκομεία της Αθήνας και της περιφέρειας, με κοινή τους ανακοίνωση τονίζουν ότι οι κενές οργανικές θέσεις στα νοσοκομεία ξεπερνούν τις 20.000.
Και τι να πει κανείς για την δημόσια εκπαίδευση που βρίσκεται σε καθεστώς παρατεταμένης υποστελέχωσης που εκτείνεται σε όλες τις βαθμίδες; Στα νηπιαγωγεία, οι κενές οργανικές θέσεις το 2024 ανέρχονταν σε 1.800. Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, μετά τις μεταθέσεις του 2024, οι κενές οργανικές θέσεις ήταν 3.450, ενώ οι προσλήψεις αναπληρωτών έφτασαν τις 37.000 το 2025, ένας τρομακτικός αριθμός που δείχνει τα πραγματικά κενά και αποδεικνύει ότι το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα εξαρτάται δομικά από αυτή τη μορφή επισφαλούς εργασίας για να λειτουργήσει.
Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα εμφανίζει την χειρότερη αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με δεδομένα της Eurostat για το 2022, στην Ελλάδα αντιστοιχούν 49 εγγεγραμμένοι φοιτητές ανά διδάσκοντα, έναντι 12 φοιτητών ανά διδάσκοντα στον μέσο όρο της ΕΕ-27. Ακόμη και αν υπολογιστεί η αναλογία με τους φοιτητές που έμειναν μετά τις πρόσφατες μαζικές εκδικητικές διαγραφές, η αναλογία παραμένει στο 34:1, κατά πολύ υψηλότερη από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτική: στο Λουξεμβούργο η αναλογία είναι 5:1, στη Μάλτα και τη Νορβηγία 9:1, ενώ οι χειρότερες μετά την Ελλάδα είναι η Κύπρος (24:1), το Βέλγιο (23:1), και η Ρουμανία και Ιταλία (20:1).
Βαριά υποστελέχωση επίσης υπάρχει και στους μηχανισμούς συνταξιοδότησης. Οι σχετικές ελλείψεις ήταν τάξης των 1.000 κενών οργανικών θέσεων το 2021, ενώ τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το Μάρτιο του 2024 υπήρχαν σχεδόν 46.000 εκκρεμείς αιτήσεις επικουρικής σύνταξης εκ των οποίων οι 35.500 εκκρεμούσαν πάνω από τρεις μήνες. Φυσικά οι εν λόγω ελλείψεις επιβεβαιώθηκαν πλήρως (και αξιοποιήθηκαν πολιτικά) με την αμφισβητούμενη επιλογή να συνδράμουν πιστοποιημένοι δικηγόροι και λογιστές στην απονομή συντάξεων.
Θα μπορούσα να γράψω πολλά παραδείγματα ακόμα. Νομίζω όμως ότι το συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο. Η υποστελέχωση χαρακτηρίζει και ουσιαστικά παραλύει όλες τις υπηρεσίες που έχουν σαν στόχο την προστασία και την ευημερία των πολιτών. Δεν πρόκειται για φυσικό ή τυχαίο φαινόμενο. Πρόκειται για ένα συστημικό χαρακτηριστικό του κρατικού μηχανισμού που έχει διαμορφωθεί μετά από πολλά χρόνια συστηματικών προσπαθειών. Στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, στην εναέρια κυκλοφορία, στην πυρόσβεση, στη δημόσια εκπαίδευση, στη δημόσια υγεία, στο μηχανισμό απονομής συντάξεων κ.ο.κ. ο ελληνικός κρατικός μηχανισμός δεν είναι απλά αδιάφορος για τις ανάγκες των απλών ανθρώπων αλλά μετατρέπεται σε ανοικτά εχθρικό μηχανισμό που θέτει σε κίνδυνο, κυριολεκτικά, τις ζωές μας και τις ζωές των παιδιών μας, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.
Πρόκειται, κυριολεκτικά, για μία προϊούσα αποσκελέτωση κάθε κρατικής δομής κοινωνικού χαρακτήρα που με τα χρόνια έχει οδηγήσει σε μείωση της αποτελεσματικότητας, της παρεμβατικότητας και των ελεγκτικών δυνατοτήτων που διασφάλιζαν την ασφάλεια και μία ορισμένη επάρκεια των κοινωνικών υπηρεσιών του ελληνικού δημόσιου.
Υπεραπόδοση
Από την άλλη μεριά, όταν το διακύβευμα δεν είναι οι κοινωνικές ανάγκες αλλά επενδύσεις, με ιδιωτικά υπερκέρδη, το κράτος εμφανίζει ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο.
Για τις μεγάλες μπίζνες, ο κρατικός μηχανισμός βρίσκει τρόπο να συμπιέζει τους χρόνους και να «ξεμπλοκάρει» διαδικασίες με αστραπιαίους ρυθμούς. Για παράδειγμα, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατάφερε να ολοκληρώσει αποεπενδύσεις (επιστροφές στις τράπεζες) αστραπιαία: 13 ημέρες για την Alpha Bank, 3 ημέρες για την Εθνική Τράπεζα, και μόλις 2 ημέρες για την Πειραιώς. Ούτε νέα χρεωστική κάρτα δε βγαίνει τόσο γρήγορα. Και φυσικά το ρεκόρ είναι στην πρόσφατη ιστορία με το λιμάνι της Ελευσίνας. Η πρέσβειρα των ΗΠΑ δεν πρόλαβε καν να το αναφέρει και εντός δέκα ημερών ένας νέος νόμος τροποποίησε το πλαίσιο εξυγίανσης των Ναυπηγείων Ελευσίνας ώστε να επεκταθεί το φάσμα δραστηριοτήτων της εταιρείας ΟΝΕΧ και να μπορεί να αξιοποιήσει το λιμάνι ως ενεργειακό, εμπορικό και διαμετακομιστικό κόμβο. Τώρα κάθε κανονικός άνθρωπος θα αναρωτηθεί πως είναι δυνατόν να γίνονται τόσο μεγάλα και σοβαρά πράγματα εντός μερικών μόνο ημερών ενώ οι συντάξεις καθυστερούν χρόνια και τα ραντεβού στο ΕΣΥ απαιτούν αρκετούς μήνες. Η απάντηση είναι απλή: όταν πρόκειται για τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα το κράτος αποδεικνύει ότι «μπορεί», συμπιέζοντας στάδια, ενεργοποιώντας fast-track πλαίσια, ολοκληρώνοντας κρίσιμες πράξεις σε μέρες ή εβδομάδες. Η ταχύτητα της διαδικασίας δεν είναι τεχνικό ζήτημα, είναι πολιτική προτεραιότητα και ταξική επιλογή.
Θα είμαστε όμως άδικοι αν δεν αναγνωρίζαμε ότι υπάρχει και ένας τομέας του κρατικού μηχανισμού που είναι υπερστελεχωμένος. Πρόκειται φυσικά για την Ελληνική Αστυνομία. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους αστυνομικούς μηχανισμούς στην Ευρώπη, με πάνω από 55.000 αστυνομικούς και αναλογία 517,5 αστυνομικούς ανά 100.000 κατοίκους . Πρόκειται για τη δεύτερη υψηλότερη αναλογία στην ΕΕ, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι μόλις 335,3 αστυνομικοί ανά 100.000 κατοίκους. Η Ελλάδα διαθέτει υπερδιπλάσιους αστυνομικούς ανά κάτοικο σε σχέση με τη Γερμανία και σχεδόν 2,5 φορές περισσότερους από το Ηνωμένο Βασίλειο. Και έτσι φυσικά εξηγείται ότι η χώρα μας είναι επίσης στις πρώτες θέσεις στο κόστος της αστυνομίας ως ποσοστό του ΑΕΠ, με το νούμερο αυτό να βρίσκεται στο 1-1,5% τα τελευταία χρόνια. Ο υπερτροφισμός της αστυνομίας δεν φαίνεται να οδηγεί σε μείωση της εγκληματικότητας, το αντίθετο μάλλον ισχύει όπως δείχνει και ο πολλαπλασιασμός των περιστατικών μαφιόζικου τύπου εκτελέσεων.
Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια έχουμε έναν πρωτοφανή αριθμό ποινικών και πειθαρχικών διώξεων σε βάρος συνδικαλιστών και αγωνιζόμενων ανθρώπων. Πάνω από 2.500 εκπαιδευτικοί έχουν διωχθεί πειθαρχικά για άρνηση συμμετοχής στις διαδικασίες αξιολόγησης, εκατοντάδες μαθητές έχουν διωχθεί για συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, οι καταλήψεις μετατράπηκαν σε ιδιώνυμο, δεκάδες φοιτητές έχουν συλληφθεί και οδηγούνται σε δίκη για συμμετοχή σε καταλήψεις των συλλόγων τους στο ΕΜΠ, ενώ πολύ πρόσφατα συμμετέχοντες στα αγροτικά μπλόκα κατηγορήθηκαν για «σύσταση συμμορίας»! Ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός που αδυνατεί να εξυπηρετήσει υποτυπώδεις ανάγκες προστασίας της ζωής των εργαζόμενων, αποδεικνύεται υπεραποδοτικός όχι μόνο στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων αλλά και στην καταστολή.
Το φρένο
Στην Ελλάδα ο κρατικός μηχανισμός δουλεύει αποτελεσματικά αλλά με βαθύ ταξικό κριτήριο. Εκεί που διακυβεύονται κέρδη, επενδυτικά χρονοδιαγράμματα, «αγορά» και εργοδοτική άνεση, το κράτος βρίσκει ρυθμό, διαδικασία και λύσεις. Εκεί που διακυβεύονται ζωές, ασφάλεια, αξιοπρεπής υγεία, δημόσια παιδεία, προστασία της εργασίας και κοινωνική φροντίδα, ο κρατικός μηχανισμός εμφανίζεται αργός, άτονος, «ανίκανος» ή και ανοιχτά εχθρικός. Ο κρατικός μηχανισμός δεν στέκεται ουδέτερα ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενο. Με την αποσκελέτωση των μηχανισμών ελέγχου παίρνει θέση υπέρ της εργοδοσίας. Με την αποσκελέτωση των κοινωνικών υπηρεσιών και παροχών εξοικονομεί πόρους για να τροφοδοτήσει ιδιωτικές μπίζνες.
Και κάπως έτσι, αναδεικνύεται ο βαθιά ταξικός χαρακτήρα του κράτους: ένα κράτος που λειτουργεί ως συλλογικός εγγυητής της εργοδοτικής ισχύος και της κερδοφορίας, ενώ αντιμετωπίζει τις λαϊκές ανάγκες ως «δημοσιονομικό βάρος». Δεν πρόκειται για «λιγότερο κράτος» όπως παραπλανητικά ισχυρίζονται πολλοί. Πρόκειται για ένα κράτος «ελαφρύ σαν χάδι» όταν πρέπει να ελέγξει το μεγάλο κεφάλαιο, και «βαρύ σαν πέλεκυ» όταν πρέπει να ελέγξει τις λαϊκές αντιδράσεις.
Όλα τα παραπάνω, φέρνουν σε πρώτο πλάνο το ερώτημα τι κάνει η Αριστερά απέναντι σε όλα αυτά. Η απάντηση είναι πικρή. Η σημερινή, υπαρκτή Αριστερά παρουσιάζει υπερστελέχωση σε «ονόματα» και «φίρμες» ενώ παραμένει αποσκελετωμένη πολιτικά, οργανωτικά, κοινωνικά. Και η αποσκελέτωση αυτή εκφράζεται πριν από οτιδήποτε άλλο στην απουσία πολιτικών – κοινωνικών δομών ικανών να δέσουν τα επιμέρους ζητήματα σε ένα ενιαίο νήμα ταξικής ερμηνείας και δράσης και στην αδυναμία να μετατραπεί η αυξανόμενη οργή και δυσαρέσκεια σε πολιτικό συσχετισμό. H ανασυγκρότηση μιας Αριστεράς με πραγματικές «υπηρεσίες» προς την κοινωνία (οργάνωση, αλληλεγγύη, συλλογική άμυνα, διεκδίκηση δικαιωμάτων) δεν είναι ρομαντισμός. Είναι απόλυτη και άμεση ανάγκη για να μπει ένα φρένο στην διαρκή χειροτέρευση της ζωής των ανθρώπων αυτής της γωνιάς του κόσμου. Ίσως ήρθε η ώρα να θυμηθούμε την περίφημη φράση του Βάλτερ Μπένγιαμιν:
«Ο Μαρξ λέει ότι οι επαναστάσεις είναι οι ατμομηχανές της παγκόσμιας ιστορίας. Ίσως όμως να συμβαίνει το αντίθετο. Ίσως οι επαναστάσεις να είναι μια προσπάθεια των επιβατών αυτού του τρένου – της ανθρώπινης φυλής – να ενεργοποιήσουν το φρένο έκτακτης ανάγκης».
(Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνητή Νοημοσύνη – Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές», εκδόσεις Τόπος)































