Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική οικονομία παρουσιάζεται στον κυρίαρχο δημόσιο λόγο ως παράδειγμα επιτυχούς επιστροφής στην κανονικότητα. Οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ υπερβαίνουν τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι δημοσιονομικοί δείκτες και οι συμβατικοί δείκτες της αγοράς εργασίας εμφανίζονται βελτιωμένοι και η εικόνα που προβάλλεται είναι εκείνη μιας οικονομίας που έχει αφήσει οριστικά πίσω της την κρίση. Η καλή αυτή μακροοικονομική επίδοση συγκροτεί ένα αφήγημα «οικονομικής επιτυχίας» που, οι θιασώτες του ισχυρίζονται ότι, για να συνεχιστεί προϋποθέτει πολιτική σταθερότητα.
Ωστόσο, μια λιγότερο επιλεκτική ανάγνωση των διαθέσιμων εμπειρικών δεδομένων θέτει σοβαρά ερωτήματα ως προς την ορθότητα και τον ρεαλισμό αυτού του αφηγήματος. Όπως καταγράφεται στην Ενδιάμεση Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ 2025, η οικονομική μεγέθυνση δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας. Παρά τους θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης υπολείπεται περίπου κατά 30% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η χώρα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, πίσω όχι μόνο από τις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και από χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.
Η απόσταση ανάμεσα στην ευημερία που δείχνουν οι μακροοικονομικοί δείκτες και το βιωμένο καθημερινό επίπεδο διαβίωσης της πλειονότητας των ελληνικών νοικοκυριών είναι μεγάλη. Επίσης, η δημοσιονομική σταθερότητα που προβάλλεται ως βασικός πυλώνας της οικονομικής επιτυχίας στηρίζεται σε εύθραυστα θεμέλια, καθώς βασίζεται στην ακρίβεια και στην υπερφορολόγηση της εργασίας και της κατανάλωσης, μεταφέροντας δυσανάλογα το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής στα νοικοκυριά. Παράλληλα, η δομή της ζήτησης παραμένει καταναλωκεντρική, ενώ οι επενδύσεις, αν και αυξημένες ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου και να κατευθύνονται κυρίως σε δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικής απόδοσης, όπως οι κατοικίες.
Οι επενδύσεις σε τεχνολογία, μηχανολογικό εξοπλισμό και κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας παραμένουν περιορισμένες, αναστέλλοντας τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας και αυξάνοντας τον κίνδυνο μη διατηρησιμότητας των θετικών ρυθμών μεγέθυνσής της. Τα παράδοξα του κυρίαρχου αφηγήματος γίνονται ακόμη πιο αποκαλυπτικά στην αγορά εργασίας. Ο μέσος μισθός, σε όρους αγοραστικής δύναμης, έχει απομακρυνθεί δραματικά τόσο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όσο και από τον βαλκανικό μέσο όρο. Η εκτεταμένη οικονομική ανασφάλεια, η αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών και η υπέρμετρη επιβάρυνση από το κόστος στέγασης και ενέργειας αποτελούν πλέον διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της καθημερινότητας των ελληνικών νοικοκυριών.
Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει μια κεντρική αντίθεση της πολιτικής οικονομίας της Ελλάδας στην τρέχουσα περίοδο. Η κοινωνία καλείται να στηρίξει πολιτικά τη μακροοικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα, χωρίς να απολαμβάνει αντίστοιχα οφέλη σε όρους ποιότητας ζωής, ασφάλειας και προοπτικής. Οι μεγάλες κοινωνικές και παραγωγικές αδυναμίες της χώρας ενσωματώνονται και κανονικοποιούνται σε ένα αφήγημα μακροοικονομικής επιτυχίας. Η εξάντληση της κοινωνίας και η επιδείνωση της ποιότητας ζωής δεν αναγνωρίζονται ως ενδείξεις δυσλειτουργίας του αναπτυξιακού υποδείγματος και αναποτελεσματικότητας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, αλλά παρουσιάζονται ως το «αναγκαίο κόστος» της επιστροφής στην κανονικότητα.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης γεωοικονομικής αβεβαιότητας, αναδιάταξης των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας και επιταχυνόμενων τεχνοοικονομικών μετασχηματισμών, το κυρίαρχο αυτό αφήγημα φαίνεται ανεπαρκές και επισφαλές. Οικονομίες που βασίζουν την ανταγωνιστικότητά τους στη συστηματική υποτίμηση της εργασίας και στη χαμηλή ποιότητα ζωής των πολιτών τους περιορίζουν την ικανότητά τους να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και, τελικά, υπονομεύουν τη δική τους αναπτυξιακή βιωσιμότητα, πολιτική σταθερότητα και γεωπολιτική θέση.
Η υπέρβαση του κυρίαρχου αφηγήματος προϋποθέτει μια διαφορετική ιεράρχηση στόχων και εργαλείων οικονομικής πολιτικής. Η Ελλάδα έχει άμεση ανάγκη τη συγκρότηση ενός νέου αναπτυξιακού αφηγήματος που δεν θα περιορίζεται στην ανάδειξη και διαχείριση συμβατικών οικονομικών μεγεθών, αλλά θα θέτει στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών της και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Στο αφήγημα αυτό, η ποιότητα των θέσεων εργασίας, οι δεξιότητες των εργαζομένων, η οργανωσιακή επάρκεια των επιχειρήσεων, η ποιοτική αναβάθμιση της κατανομής των επενδύσεων και το θεσμικό περιβάλλον της οικονομίας αντιμετωπίζονται ως βασικοί προσδιοριστικοί συντελεστές της καινοτομίας, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.
Παράλληλα ο σχεδιασμός μιας νέας βιομηχανικής πολιτικής προσανατολισμένης στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων υψηλής προστιθέμενης αξίας, στη διάχυση της τεχνολογικής και οργανωσιακής καινοτομίας και στη διαμόρφωση νέων επιχειρηματικών και παραγωγικών δομών κρίνεται αναγκαίος για τη δημιουργία μιας πιο σύνθετης και βιώσιμης παραγωγικής βάσης. Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας περνά μέσα από τη μείωση κρίσιμων εξωτερικών εξαρτήσεων και την ικανότητα της χώρας να εντάσσεται δυναμικά σε στρατηγικές αλυσίδες αξίας. Στη νέα παγκόσμια πολιτική οικονομία, η αναβάθμιση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, η μείωση κρίσιμων εξαρτήσεων και η αξιοπρεπής διαβίωση των νοικοκυριών δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντες στόχοι, αλλά ως κεντρικοί όροι για τη διατηρησιμότητα της αναπτυξιακής της πορείας και την ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης της.
(Ο Γιώργος Αργείτης είναι Καθηγητής ΤΟΕ ΕΚΠΑ, Επιστημονικός Διευθυντής ΙΝΕ ΓΣΕΕ)




















