Ο κ. Πρετεντέρης στο σημερινό άρθρο του «Στα αραμαϊκά, αδερφές μου», που δημοσιεύτηκε στα «Νέα Σαββατοκύριακο» (10.1.2026) επικρίνοντας με οξύ τρόπο το εγχείρημα Καρυστιανού, με συγκαταλέγει σε αυτούς που επιδιώκουν να συνεργαστούν «ευκαιριακά» με το κόμμα που ανακοίνωσε η κ. Καρυστιανού, χωρίς να μας γνωστοποιεί από πού αποκόμισε αυτή την εσφαλμένη εντύπωση και πάντως αγνοώντας ή διαστρεβλώνοντας με ακραίο τρόπο μία προσβάσιμη σε κάθε ενδιαφερόμενο ανάρτησή μου στο Facebook πριν από τρεις μέρες (7.1.2026) στην οποία σχολιάζω το κόμμα Καρυστιανού και όπου διευκρινίζω επί λέξη ότι:
«Το κόμμα Καρυστιανού, που ανακοίνωσε χθες η ίδια, θα προκαλέσει την πλήρη αναδιάρθρωση του ελληνικού κομματικού συστήματος. Θέλω να διευκρινίσω εξ αρχής ότι δεν θα είμαι ψηφοφόρος του, για λόγους που θα εξηγήσω όταν έρθει η ώρα».
Είναι προφανές λοιπόν ότι δεν επιδιώκω καμία συνεργασία με το κόμμα Καρυστιανού, αφού ρητά δηλώνω ότι δεν θα το ψηφίσω. Θα ήλπιζα μέχρι εκεί να φτάνει η δυνατότητα κατανόησης κειμένου του κ. Πρετεντέρη, εκτός αν δεν πρόκειται για πρόδηλη αδυναμία κατανόησης αλλά για δόλια προσωπική επίθεση, της οποίας τα κίνητρα μου είναι άγνωστα δεδομένου ότι ουδέποτε έχω έρθει σε προσωπική επικοινωνία μαζί του.
Θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι η επαναλαμβανόμενη διαστρέβλωση απόψεών μου από τον κ. Πρετεντέρη οφείλεται στο γεγονός ότι ασκώ κριτική με αφορμή ζητήματα της θεσμικής επικαιρότητας στην παρούσα κυβέρνηση, την οποία ο ίδιος υπερασπίζεται με κάθε ευκαιρία, αλλά αυτό θα αδικούσε την ιστορική εφημερίδα στην οποία συνεχίζει να αρθρογραφεί. Όμως οφείλω, και ως νομικός της πράξης, να επισημάνω κάποιους στοιχειώδεις κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας με αφορμή τα γραφόμενα του κ. Πρετεντέρη:
Πρώτον, όταν ο δημοσιογράφος αποδίδει σε κάποιον συγκεκριμένες προθέσεις ή βλέψεις, με τρόπο απαξιωτικό και ειρωνικό, αν θέλει να είναι σοβαρός και αξιόπιστος οφείλει κάπου να στηρίζει τους ισχυρισμούς του, ιδίως όταν εκείνος στον οποίο αναφέρεται έχει ρητά δηλώσει ότι έχει τις ακριβώς αντίθετες προθέσεις.
Δεύτερον, ο δημοσιογράφος δεν απομονώνει φράσεις παραλείποντας τα συμφραζόμενα ή εκείνα ακριβώς τα αποσπάσματα του κειμένου του περί ου ο λόγος, τα οποία διαψεύδουν μία μεμονωμένη φράση. Ας πάρουμε για παράδειγμα το ίδιο το άρθρο του κ. Πρετεντέρη, όπου γράφει: «Ανεξάρτητα πάντως από τη γλώσσα επικοινωνίας, είμαι βέβαιος ότι οι προοπτικές του νέου κόμματος ανοίγονται λαμπρές. Είναι το σωστό κόμμα στη σωστή χώρα». Αν απομονώσουμε αυτή τη φράση από το υπόλοιπο κείμενο, ο κ. Πρετεντέρης εμφανίζεται ένθερμος υποστηρικτής του κόμματος Καρυστιανού.
Κάθε φράση απομονωμένη από το κείμενό στο οποίο περιλαμβάνεται μπορεί να προκαλέσει παρερμηνείες. Βέβαια όταν η φράση που ακολουθεί είναι σαφής, όπως συμβαίνει στη δική μου σύντομη ανάρτηση («δεν θα είμαι ψηφοφόρος του κόμματος Καρυστιανού») η παρερμηνεία δεν φαίνεται αθώα. Δεν χρειάζεται να απαντήσω λοιπόν κάτι περισσότερο από την αρχική μου ανάρτηση.
Τρίτο και τελευταίο, επί του παρόντος. Όταν ο δημοσιογράφος γράφει μία πασίδηλη ανακρίβεια ή διαψεύδεται από προγενέστερα ή και μεταγενέστερα στοιχεία, οφείλει να επανορθώνει. Αυτό αποτελεί όχι μόνο νομική του υποχρέωση, αλλά και στοιχείο δημοσιογραφικού ήθους.
Αν ο κ. Πρετεντέρης έχει εμπεδώσει τα προηγούμενα μετά από περίπου μισό αιώνα δημοσιογραφίας παραμένει ένα ερώτημα. Αν τα γνώριζε κάποτε αλλά τα έχει λησμονήσει, ίσως θα πρέπει να τα ξαναθυμηθεί ή να αποσυρθεί σιγά σιγά από το λειτούργημά του. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση είτε έχει αδυναμία κατανόησης κειμένου, είτε δόλο, είτε έλλειμμα δημοσιογραφικού ήθους. Ας αναμένουμε να επιλέξει ο ίδιος τι ακριβώς του συμβαίνει, εκφράζοντας τη λύπη μας που του συμβαίνει όλο και συχνότερα.
(Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, δικηγόρος)























