Αν υπάρχουν ελπίδες ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με την τρέχουσα δυναμική της και ωθούμενη από την παγκόσμια οικονομία, οι υπολογισμοί αυτοί πρέπει να ξαναγίνουν.
Η γεωπολιτική σκακιέρα ίσως γίνει ακόμη πιο δύσκολη στη νέα χρονιά, με μόνη βεβαιότητα ότι η μονομερής ισχύς και η βία, στρατιωτική, τεχνολογική και οικονομική, θα έχουν μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι κανείς μπορεί να ανέμενε μετά από ένα τέταρτο του 21ου αιώνα. Aν οι εντάσεις, από τη Μέση Ανατολή στην Ουκρανία και μόλις πρόσφατα στη Λατινική Αμερική, εξασθενήσουν προς μια νέα ισορροπία, ή αν πυροδοτήσουν κρίσεις στις αγορές κεφαλαίου και ενέργειας δεν μπορεί να είναι γνωστό. Το βέβαιο είναι πως αναμένονται αναταράξεις και αλλαγές κανόνων, που θα επηρεάσουν και τις εθνικές οικονομίες.
Το στενότερο περίβλημα της δικής μας οικονομίας είναι βέβαια η ευρωπαϊκή. Οι εξελίξεις σε αυτήν την επηρεάζουν κρίσιμα, στη χρηματοδότηση, στις εξαγωγές, στις επενδύσεις και τελικά στο πλαίσιο ανάπτυξής της.
Εδώ, δεν δικαιολογείται εφησυχασμός. Ακόμη και αν έχουν διατυπωθεί προθέσεις για αύξηση της ανταγωνιστικότητας και του δυναμισμού της ευρωπαϊκής οικονομίας, η απόσταση από τα λόγια στις πράξεις είναι μεγάλη. Η Ευρώπη συνεχίζει να χάνει μερίδιο στην παγκόσμια παραγωγή και ειδικό βάρος στον καμβά της τεχνολογίας. Η αντιστροφή αυτών των τάσεων είναι εφικτή, αλλά δεν θα γίνει χωρίς τόλμη και προγραμματισμό αλλαγών. Προς ώρας, τέτοια ουσιαστική διάθεση, ανάλογη των προκλήσεων, δεν φαίνεται, ούτε στην πολιτική, ούτε στις επιχειρήσεις.
Η κατάληξη του πολέμου στην Ουκρανία θα μπορούσε να συμβάλει θετικά, αφαιρώντας μια πληγή, όμως φαίνεται πως οι εξελίξεις μάλλον θα επιβαρύνουν την Ευρώπη, σε διάφορα επίπεδα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση σωστά αντιτάχθηκε στη Ρωσία κατόπιν της εισβολής, με αμφίβολη όμως αποτελεσματικότητα. Μετά από υψηλό κόστος, πρωτίστως σε ανθρώπινες ζωές, αλλά και οικονομικό, υπάρχει προβληματισμός για τα επόμενα βήματα. Παρακολουθώντας, μάλλον αμήχανα, τις πρωτοβουλίες των ΗΠΑ, η Ευρώπη έχει να τοποθετηθεί όσον αφορά την απώλεια εδαφών της Ουκρανίας, την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών και υποδομών της, τις νέες σχέσεις που πρέπει να διαμορφωθούν μεσοπρόθεσμα με τη Ρωσία, και τις συνέπειες στις ενεργειακές διασυνδέσεις και αγορές.
Ίσως η πιο κρίσιμη επιλογή είναι η στροφή προς δραστικά υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, μετά και από τις αμερικανικές πιέσεις. Αυτό μπορεί να γίνει με τρόπο που θα ενισχύσει την Ευρώπη, γεωπολιτικά, τεχνολογικά και τελικά οικονομικά.
Χωρίς κατάλληλο σχεδιασμό, όμως, και συνέπεια ανάμεσα στις αμυντικές επιλογές, την εξωτερική πολιτική και την τεχνολογική και βιομηχανική πολιτική, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξασθένηση στην ήπειρό μας και επιβάρυνση των πολιτών, ακριβώς σε μια περίοδο με πολιτική και κοινωνική αμφισβήτηση. Για την Ευρώπη, τέτοιες επιλογές θα είναι σχεδόν υπαρξιακής φύσης, με σκοπό να καταστεί ένας πόλος ισχυρής οικονομίας, διάφανων θεσμών και κοινωνικής ευημερίας. Για τη χώρα μας, είναι προφανές ότι οι εξελίξεις στην ευρωπαϊκή άμυνα θα είναι κρίσιμες οικονομικά αλλά πρωτίστως για τις ισορροπίες στην περιοχή μας.
Τι μπορεί να σημαίνουν όλες αυτές οι αβεβαιότητες στο παγκόσμιο και το Ευρωπαϊκό περίβλημα της οικονομίας μας;
Είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους κραδασμούς;
Έχει αφήσει πίσω της αδυναμίες της κρίσης, ώστε να διεκδικήσει καλύτερες θέσεις στον καταμερισμό της παραγωγής και στο διεθνές εμπόριο;
Είναι διασφαλισμένη η χρηματοδότησή της στα επόμενα χρόνια και αναμένεται ισχυρή άνοδος των επενδύσεων;
Αρχίζοντας από τα θετικά, η οικονομία μας επέδειξε ανθεκτικότητα και, μετά τη βαθιά κρίση χρέους, έχει βρει μια ισορροπία.
Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ και των επενδύσεων υπερβαίνει τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ κεντρική σημασία έχει η μείωση της ανεργίας. Στις περισσότερες επιμέρους αγορές και λειτουργίες της, η ελληνική οικονομία είναι σήμερα σταθερότερη και ασφαλέστερη από ό,τι ήταν πριν από 5 και σίγουρα πριν από 10 χρόνια. Σε ορισμένες πλευρές της, όπως στην εξωστρέφεια, η βελτίωση είναι συστηματική. Συνολικά, υπάρχει επαρκής δυναμική, συμπεριλαμβάνοντας και την ενίσχυση από το «ταμείο ανάκαμψης», ώστε αυτή η τροχιά να διατηρηθεί και στη νέα χρονιά.
Με δεδομένη τη σταθεροποίηση της εγχώριας οικονομίας, αλλά και τις έντονες νέες προκλήσεις, η προσοχή στρέφεται στις αδυναμίες που πρέπει να διορθωθούν ώστε να υπάρχει μελλοντικά θετική πορεία. Η εστίαση μπορεί να γίνει σε δυο επίπεδα. Η μακροοικονομική έκφραση του προβλήματος είναι το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που επιμένει, μαζί με το επίπεδο και τη σύνθεση των επενδύσεων, που είναι χαμηλότερο αυτού των οικονομιών που θα θέλαμε να πλησιάσουμε. Αυτή είναι, φυσικά, έκφραση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, που παραμένουν ασθενείς.
Το δεύτερο επίπεδο, είναι αυτό των νοικοκυριών. Παρά την αύξηση των αμοιβών, τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας καθώς και τη μεγάλη άνοδο της αξίας των κατοικιών, της κύριας περιουσίας των ιδιωτών στη χώρα, πολλά νοικοκυριά έχουν πραγματικά εισοδήματα και αποταμίευση που δεν διασφαλίζουν ευημερία. Ακόμη και όσα νοικοκυριά έχουν δει σημαντική βελτίωση της θέσης τους τα τελευταία χρόνια δυσκολεύονται να δουν πως θα βελτιωθούν οι προοπτικές τους στη συνέχεια.
Η σύμπτωση της ισχυρής ανάκαμψης μετά την κρίση και της σταθεροποίησης της οικονομίας, μαζί με σημαντικές αδυναμίες και ελλείμματα δεν είναι παράδοξο. Ουσιαστικά έχει κλείσει ένας 15ετής κύκλος, στο μεγάλο μέρος του επώδυνος, με τις κεντρικές μετρήσεις να επιστρέφουν στις γενικές τάσεις των τελευταίων δεκαετιών. Ενώ πολλοί δείκτες ήδη ξεπερνούν του 2010, τα μέσα πραγματικά εισοδήματα δεν θα φτάσουν εκεί πριν περάσουν κάποια χρόνια, από τη μια πλευρά γιατί το δημόσιο χρέος δεν μπορεί να αυξάνεται αλλά πρέπει να μειώνεται, και από την άλλη γιατί η δημογραφική δυναμική μειώνει τη συμμετοχή στην εργασία.
Η συνθήκη για να αυξηθούν γρηγορότερα τα εισοδήματα και να επιτευχθεί σύγκλιση με τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, είναι ουσιαστικές και περισσότερο φιλόδοξες τομές στον τρόπο λειτουργίας της δικής μας οικονομίας.
Η οικονομική πολιτική, κατά τα τελευταία χρόνια, στράφηκε περισσότερο στην σταθεροποίηση παρά στην αλλαγή δομών και λειτουργιών. Ενδεχομένως, αυτό κρίθηκε προτιμητέο ώστε να εμπεδωθεί μια ασφαλής τροχιά μετά από μια μακρόχρονη περίοδο αβεβαιότητας. Ίσως αυτό επιβλήθηκε από την ανάγκη αντιμετώπισης νέων εξωγενών κρίσεων, όπως της πανδημίας, στην ενέργεια και τον έντονο πληθωρισμό. Μπορεί και το ίδιο το ταμείο ανάκαμψης, παρά την πρόβλεψη μεταρρυθμίσεων, να λειτούργησε εκ των πραγμάτων σε ένα βαθμό ως ενίσχυση των υφιστάμενων δομών της οικονομίας και όχι ως υποστήριξη νέων.
Σε κάθε περίπτωση, η οικονομία μας έχει σβήσει τις περισσότερες πληγές των πρόσφατων κρίσεων και έχει επιστρέψει περίπου στο χρόνο πριν από αυτές. Αυτό δεν αφορά μόνο το επίπεδό της αλλά και πολλά χαρακτηριστικά της. Κάποια έχουν βελτιωθεί, όπως με την ανάπτυξη εξωστρεφών επιχειρήσεων. Αλλά τα περισσότερα δεν έχουν αλλάξει επαρκώς ώστε να επιτρέπεται ανάπτυξη στο επιθυμητό επίπεδο.
Σε ένα ραγδαία εξελισσόμενο και απαιτητικό περιβάλλον, οι αναποτελεσματικότητες στη λειτουργία του κράτους και των αγορών, όπως και στο θεσμικό πλαίσιο που τα συνδέει δεν επιτρέπουν συστηματικά τη δημιουργία υψηλής αξίας. Ως αποτέλεσμα, η προσέλκυση νέου φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου είναι ασθενής. Η επίμονη εφαρμογή ενός φιλόδοξου σχεδίου που θα απελευθερώνει και προσελκύει παραγωγικές δυνάμεις είναι επείγουσα προϋπόθεση για αύξηση της ευημερίας τα επόμενα λίγα χρόνια.
(Ο Νίκος Βέττας είναι Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών-Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το Κ-Report)




























