Πυκνή μεν, όχι-και-τόσο-χρήσιμη δε η συζήτηση που προέκυψε γύρω από την παρουσία Αλέξη Τσίπρα στο συνέδριο της Θεσσαλονίκης παραμονή ανοίγματος της ΔΕΘ.
Περισσή αναφορά στο αν πρόκειται για τελική ευθεία πριν την δημιουργία πολιτικού σχηματισμού/κόμματος. «ανέβασμα» του σασπένς για την μετέπειτα δημοσκοπική ακολουθία. προσπάθεια ένταξης της αυριανής του θέσης στο μωσαϊκό της ευρύτερης ΚεντροΑριστεράς. Καθώς δε – αναμενόμενο, ειδικά στη τωρινή αρκετά βιτριολική δημόσια συζήτηση – περίσσεψαν οι υποδείξεις και αμφισβητήσεις της διατύπωσης των θέσεων και των προθέσεών του, αφέθηκε λιγάκι στο πλάι μια σειρά από ουσιαστικά στοιχεία. Ήταν ίσως αναμενόμενο κάποιοι να εγκαλέσουν για υπερβολική μετριοπάθεια, άλλοι για κατάλοιπα ριζοσπαστικότητας. κάποιοι να διερωτηθούν για την έλλειψη πιο συγκεκριμένων τοποθετήσεων («που είναι τα νούμερα»), άλλοι για μη-χωνεμένο οικονομισμό.
Όμως, και πάλι, η διατύπωση «θα προσπαθήσω να είμαι χρήσιμος για τον προβληματισμό, αλλ’ αυτό σημαίνει ότι δεν μπορώ να είμαι ευχάριστος» θα άξιζε μια πιο προσεκτική προσέγγιση των επιλογών που σκιαγράφησε. Αν κάτι, ένα αίτημα για συγκεκριμενοποίηση των θέσεων Τσίπρα – πέρα από την πολιτική περιβάλλουσα του λόγου στην ΔΕΘ, πιο λειτουργικά από τις αναζητήσεις του Ιδρύματος Τσίπρα – θα ήταν χρησιμότερο από την ατμόσφαιρα (συγγνώμη για την διατύπωση) πολιτικού κουτσομπολιού ή/και δίκης προθέσεων όπως εκείνη που επικράτησε.
Κάποιες αιχμές στην συνέχεια:
Από την χλωμή αναπτυξιακή προοπτική...
Ανακινήθηκε το θέμα των ρυθμών ανάπτυξης που χρειάζεται η χώρα προκειμένου να μην γλιστρήσει πάλι – όταν θα έχει μάλιστα εξαντληθεί η δυναμική των χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης –στην μη-βιωσιμότητα του χρέους (Το οποιο μπορεί να έχει μαζευτεί ως % του ΑΕΠ και να προεξοφλούνται μέρη του, μέσα από ευρηματικές (;) κινήσεις διαχείρισης διαθεσίμων, αλλά σταθερά βαραίνει σε πραγματικά μεγέθη). Όταν μιλούσε ο Τσίπρας στον ECONOMIST, ο δε Μητσοτάκης στην ΔΕΘ, τα στοιχεία ανάπτυξης για το β’ 3μηνο του 2025 είχαν πάει πίσω, με αύξηση 1,7% σε ετήσιο ρυθμό – πολύ πίσω από τον στόχο 2,3% για το σύνολο της χρονιάς, κυρίως όμως «αδειάζοντας» το επιχείρημα περί μιας Ελληνικής οικονομίας που προπορεύεται κατά πολύ των ρυθμών ΕΕ και Ευρωζώνης (βρέθηκαν στο 1,6% και 1,5% αντιστοίχως – δεν το λες λοιπόν και Ελληνική υπεραπόδοση). Μπορεί – και πρέπει – να ελπίζει κανείς κάτι καλύτερο όταν θα έχει «γράψει» και η φετεινή τουριστική περίοδος. όμως το καμπανάκι είναι ηχηρό, ο ορίζοντας των προβλημάτων πλησιάζει. Άμα βρεθούμε με ρυθμούς ανάπτυξης (για τους οποίους γίνεται ήδη λόγος από ΕΕ και ΔΝΤ) της τάξης του 1-1,2% σε βάθος χρόνου, με την ομπρέλα κάλυψης του χρέους να υπάρχει μόνο μέχρι το 2032, οι αναφορές Τσίπρα σε «εντελώς ξεπερασμένο παραγωγικό μοντέλο, βασιζόμενο στο real estate και τον τουρισμό», ή πάλι σε μια ρηχή οικονομία [με] «μια φτηνή και άδικη ανάπτυξη, που βασίζεται στην κατανάλωση λίγων» δεν είναι μόνο πολιτικές ατάκες. Δείχνουν προς μια όντως χαμένη ευκαιρία στο άμεσο παρελθόν (Ταμείο Ανάπτυξης, χαλάρωση Συμφώνου σταθερότητας).
Κυρίως όμως δίνουν σοβαρά, θα λέγαμε βαρύ περιεχόμενο στην αναφορά σε αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. (Όθεν, υποθέτει κανείς, και τα περί «μεγάλου αναπτυξιακού σοκ», συν Εθνικού Σχεδίου Ανάταξης με ορίζοντα 5ετίας»).
... στην συγκεκριμενοποίηση των περί παραγωγικού μοντέλου
Εδώ, μια στάση. Η αναφορά σε αλλαγή παραγωγικού μοντέλου έχει καταντήσει καραμέλα. Φυλλομετρώντας «Νέες Εποχές» στο ΒΗΜΑ Ιανουαρίου 2014, στα μέσα του Μνημονίου-2, διαβάζαμε Γιώργο Προβόπουλο, να αναφέρεται σε αλλαγή του οικονομικού μοντέλου. ακόμη νωρίτερα, όταν έκανε την μοναχική του πορεία στην πολιτική έρημο, και ο Στέφανος Μάνος μιλούσε για ριζική διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου. Το δε 2020, η δημοσιοποίηση της Έκθεσης Πισσαρίδη – θυμίζουμε: μιλούσε για μέσο όρο ετήσια αύξηση ΑΕΠ 3,5% σε 10ετή ορίζοντα – με αντίστοιχη λογική αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου, είχε πρώτιστα συλλέξει την συλλογική συνεισφορά πολλών σημαντικών Ελλήνων πανεπιστημιακών: Μεγήρ, Βαγιανού, Βέττα. Έκτοτε, και με το περιβόητο «Ελλάδα 2.0»/Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι αναφορές σε αλλαγή παραγωγικού μοντέλου έχουν αποκτήσει τοτεμική λειτουργία. Όμως... η αναγωγή αναλύσεων σε τοτέμ δεν βοηθάει αληθινά, πλην ίσως-ίσως μην και εξασφαλιζόταν μια μίνιμουμ συναίνεση (και, στην Ελλάδα του 2025 «συναίνεση» συνήθως σημαίνει «θα συμφωνήσετε με το σωστό, δηλαδή αυτά που λέω»).
· Η κατά Τσίπρα αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου κάνει κάποια βήματα συγκεκριμενοποίησης. Χρειάζεται περισσότερα. Ασφαλώς η ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, και μάλιστα με στρατηγικές επενδύσεις στην ευφυή και πράσινη γεωργία είναι ένα βήμα (βήμα αναγκαστικό, δε, καθώς οι συνθήκες κλιματικής πίεσης και λειψυδρίας πιέζουν ήδη) . Ομοίως μια ολιστική βιομηχανική πολιτική, με ενσωμάτωση της καινοτομίας και των ψηφιακών δυνατοτήτων (δένοντας όμως με την παραγωγή, όχι με εκφώνηση θαυμασμού, για όσα εντυπωσιακά δημιουργούνται πέραν του Ατλαντικού στην εποχή της ΑΙ), συν με σύνδεση – προσπάθεια ενσωμάτωσης στις αλυσίδες αξίας με ενίσχυση των logistics. Καθώς, δε, ακόμη και σε Ευρωπαϊκά πλαίσια έχει πλέον αποδαιμονοποιηθεί η ίδια η έννοια «βιομηχανική πολιτική», ας αναφέρονταν και κλάδοι. Με σεβασμό – σεβασμός δεν σημαίνει υποταγή!... – στις απόψεις όσων δραστηριοποιούνται στους χώρους αυτούς, πλην με διάθεση διάκρισης: τι θέλουμε/τι συμφέρει γενικότερα.
Aυτά είναι χρήσιμα ως επικεφαλίδες. Χρειάζεται να δειχθεί τώρα μέθοδος, το «πώς», με τι λογής διαδικασίες. Αλλιώς κινδυνεύουν να μείνουν είτε (νέες) καλές προσδοκίες, είτε (πάλι) χρηματοδοτικές κατευθύνσεις των όποιων – υπολειμματικών, όμως – πόρων των διαδόχων σχημάτων Ταμείου Ανάκαμψης συν ΕΣΠΑ.
· Μπορεί να αναγνωρίσει κανείς στον Τσίπρα το ότι αναφέρεται στον ρόλο του Κράτους – στο οποίο άλλωστε έκανε ιδιαίτερη μνεία – με μια λογική προγραμματικής ευθύνης και με τονισμό της φιλικότητάς του (του Κράτους) προς την ανάπτυξη. Αν είναι όμως να αναζητηθεί ένα γνήσιο «αναπτυξιακό σοκ» , θα απαιτηθεί μια μεγάλη κινητοποίηση, το άνοιγμα της συζήτησης σε διάφορα επίπεδα – το ερευνητικό, το στελεχιακό, το ακαδημαϊκό, των συλλογικών φορέων επιχειρηματικότητας και εργασίας (με αναβίωση του Κοινωνικού Διαλόγου «βλέποντας» όμως την παραγωγή...), το περιφερειακό.
Μαντεύουμε την ερώτηση/απορία: «Γίνονται τέτοια πράγματα στην Ελλάδα του 2025;» Μαντεύουμε και την συμπληρωματική ερώτηση: «... χωρίς να εκτροχιασθούν σε ατέρμονες συζητήσεις; χωρίς να εκτραπούν σε συνδικαλιστικού χαρακτήρα διεκδικήσεις;...» Μόνη απάντηση, εδώ, θα είναι ένα «δεν γίνεται αλλιώς»: η βελτίωση (ας αφήσουμε την μείζονα «αλλαγή») παραγωγικού μοντέλου απαιτεί προσεγγίσεις οι οποίες μόνον κάπως έτσι αναδεικνύονται, και μέσα από μια λογική συνδυασμού ωθήσεων/nudges και διαρθρωτικών αλλαγών προχωρούν. Βιοτεχνολογικά βελτιωμένα είδη στην γεωργία; Προώθηση υδροπονικών καλυμμένων καλλιεργειών; Νέες μορφές συντήρησης τροφίμων; Φαρμακευτικά; Ιατροβιολογικές εφαρμογές; Αμυντικός τομέας; Οπλικά συστήματα νέας εποχής με ψηφιακή διάσταση; Επαναφορά ναυπηγικής σε σύνδεση με έρευνες υδρογονανθράκων ή με θαλάσσιες εγκαταστάσεις για αιολική ενέργεια; Στρατηγικά ορυκτά; Οικοδομική δραστηριότητα/στέγαση με νέα λογική; Αληθινά εναλλακτικός τουρισμός;
Δεν θα λείψουν οι αντιρρήσεις. Αλλά... μια συζήτηση που δεν ξεκινάει, είναι ούτως ή άλλως χαμένη.
Ο ανθρώπινος παράγοντας
Σε τρία σημεία, η τοποθέτηση Τσίπρα στην Θεσσαλονίκη αναδεικνύει την σημασία του ανθρώπινου παράγοντα: όταν αναφέρθηκε στην στήριξη της εργασίας – όταν επεκτάθηκε στο δημογραφικό (που αυτόν τον καιρό είχε την τιμητική του απ’ όλους στην Θεσσαλονίκη) και όταν έδειξε προς την ανθρώπινη διάσταση της αναδιανομής, σκιαγραφώντας Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, με επικέντρωση στην νεότερη γενιά. Αν προσπαθήσει κανείς να τα δει τα τρία αυτά πράγματα μαζί, βρίσκεται μπροστά στο πιο απαιτητικό – μαζί όμως και στο πιο αναγκαστικά συγκεκριμενοποιημένο – αίτημα για αλλαγή πορείας.
· Στήριξη της εργασίας: όταν στην Ολλανδία ή και σε τομείς των Σκανδιναβικών χωρών γίνεται προσεκτική μεν, σαφής δε κίνηση προς το 4ήμερο, σ’ εμάς προβάλλεται το 13ωρο (και με σπαστή την άδεια!) ως κάτι σαν βελτίωση εργασιακών δυνατοτήτων. Και είναι αλήθεια ότι υπάρχουν, ας πούμε, ερευνητές, ή πάλι φιλόδοξα στελέχη, ή ακόμη και δημοσιογράφοι – παλιότερα: και πολιτικά στελέχη! – που γνώρισαν και γνωρίζουν την εργασία 12+/6, πλην όμως δεν είναι αυτή η συζήτηση. Η βύθιση των συνθηκών εργασίας, μαζί με την συμπίεση στην αμοιβή της, αποτελεί βίωμα για την μεγάλη πλειοψηφία. Οπότε; Οπότε θάπρεπε το ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων – που όντως το προσέγγισε η τοποθέτηση Τσίπρα, αλλά μάλλον χαλαρά – να καταστεί πολιτική προτεραιότητα. Και, από πλευράς του κόσμου της εργασίας, ο ευρύτερος Κοινωνικός Διάλογος που για την ώρα τείνει να «απαχθεί» από την εργοδοσία.
Η αληθινή επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν αρκεί να διακηρύσσεται, χρειάζεται και να οργανωθεί. Ομοίως και ο έλεγχος για την τήρηση των – έστω και στοιχειωδών – εργασιακών ρυθμίσεων, απαιτεί οργάνωση και πολιτική βούληση των ελεγκτικών μηχανισμών. Παράλληλα, η δειλή προσέγγιση από τα κυβερνητικά μέτρα στην φορολογία – που τουλάχιστον δείχνει συνειδητοποίηση του τι σημαίνει αντίστροφη μεροληψία στην φορολόγηση της μισθωτής εργασίας – οφείλει να διορθωθεί Περισσότερο και ταχύτερα. Η σωστή φορολόγηση είναι μέρος της αμοιβής της εργασίας: αυτό χρειάζεται άλλωστε να συνειδητοποιηθεί και από τους συνδικαλιστικούς φορείς.
· Παράλληλα, η ανακίνηση του θέματος της δημογραφικής ανθεκτικότητας ,με έμφαση στην δημιουργία συνθηκών παραμονής της νεότερης γενιάς στην Ελλάδα αλλά και στήριξης των νέων στα πρώτα βήματά τους για την δημιουργία οικογένειας, επείγει να περάσει από τις προθέσεις και τις γενικές πρωτοβουλίες στα συγκεκριμένα και απτά μέτρα. Εντελώς ιδιαίτερα, η εξασφάλιση προσιτής στέγης, χωρίς τρόπο οργανωμένο και με κρατική ευθύνη – είτε άμεση, είτε συντονιστικά σε σχήματα συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα – δεν θα λειτουργήσει σε ωφέλιμο χρόνο. Εδώ χρειάζεται να καταπολεμηθεί η καχυποψία έναντι της ανάμειξης του Κράτους σε στεγαστικά προγράμματα – πειστικά. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί ότι η στάση «η αύξηση των ενοικίων βαραίνει τον ενοικιαστή, όμως βοηθά τον ιδιοκτήτη» αποτελεί κοινωνική μεροληψία. Ισχυρή κοινωνική μεροληψία! Το ίδιο ισχύει και με την ελάφρυνση της φορολογίας των μισθωμάτων άνω των 10.000 ευρώ/έτος: όσοι έχουν αυτού του επιπέδου μισθώματα, δεν ανήκουν εκ πρώτης όψεως σε κοινό κατά προτεραιότητα φορολογικής ελάφρυνσης .
· Οι αναφορές στην χρηματοδότηση της ανάκαμψης μέσω σχημάτων σε λογική Εθνικού Ταμείου Σύγκλισης που θα «βλέπει» ενεργητικά την ανάκαμψη, πέρα από την συζήτηση για την χρηματοδότηση από την βελτιωμένη πλέον φορολογική βάση και από μια ουσιαστικότερη αξιοποίηση του ΥπερΤαμείου (που στον νου των περισσοτέρων έχει μείνει σαν βαρίδι των Μνημονίων, ενώ δίνει μια βάση σοβαρότερης αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου αν κοιταχτεί σοβαρά), έχουν ως πρόσθετη προϋπόθεση μια νέου τύπου/νέας εποχής συζήτηση με την ΕΕ. Όχι πλέον διαπραγμάτευσης υπό πίεση, αλλά οικοδόμησης μιας νέας εταιρικής σχέσης (που να αξίζει το όνομά της), και που άλλωστε θα χρειαστεί και σε επίπεδο ΚΑΠ για να «μαζευτούν» οι ζημιές από την επικίνδυνη-όσο-δεν-έχει-συνειδητοποιηθεί υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ.
Π.χ. στα πλαίσια ενός «right to stay” για την Ελληνική επαρχία, με αποφυγή της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού.
Η διασύνδεση αυτής της υπόθεσης με τις προσδοκίες της νέας γενιάς, σε λογική Ταμείου Στήριξης των Νέων Γενεών δεν (ΔΕΝ) πρέπει να παγιδευτεί σε διακήρυξη ευγενών προθέσεων. Ακόμη περισσότερο, δεν είναι σώφρον να αφεθεί ΜΟΝΟ σε μια λογική πατριωτικής εισφοράς. Δηλαδή εθελοντικής καθαρά, όπως εκείνη που όντως είχε προκύψει στο ξεκίνημα της Μεταπολίτευσης – στον άμεσο απόηχο της Κυπριακής τραγωδίας – ή πάλι στην μεσαία φάση των Μνημονίων με την συναίνεση σε φορολόγηση του εφοπλισμού (οπότε, μην ξεχνάμε, απαίτηση των δανειστών και δη των «φειδωλών» ήταν να αναθεωρηθεί το όλο πλέγμα φορολόγησής τους).
Η καλλιέργεια των πατριωτικών αντανακλαστικών μεταξύ των ευπορότερων Ελλήνων είναι κάτι το θετικό. Όμως η συζήτηση για φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, με λογική αλληλεγγύης και άμβλυνσης των ανισοτήτων που αποσαθρώνουν τον κοινωνικό ιστό, δεν γίνεται να μην ξεκινήσει. Και στην Ελλάδα.
Δυο λέξεις περί εξωστρέφειας
Το διεθνές κλίμα – που από τις πρώτες ημέρες της ΔΕΘ βάρυνε ακόμη περισσότερο – είναι τέτοιο που η αυτοσυγκράτηση του Αλέξη Τσίπρα στο να αναφερθεί στα θέματα εξωτερικής πολιτικής ήταν εύλογη. Υπάρχουν όμως, και εδώ, δυο συν μια διαστάσεις που θα χρειαστούν περαιτέρω επεξεργασία:
· Σωστή αν και ελλειπτική η αναφορά σε σχέσεις με Ινδία, Κίνα και Ρωσία. Καθώς η Ελλάδα είναι μικρή και κατέληξε αυτοπεριθωριοποιημένη τελευταίως, μια αναβίωση/διατήρηση σχέσεων θα χρειαστεί συντονισμό με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες – αλλά και συνειδητή αποδοχή διακινδύνευσης. Η διαβόητη πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική είναι ανήφορος. Ειδικά άμα έχεις γίνει μονοδιάστατος.
· Σωστό επίσης το θετικό νεύμα προς τα μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα, όσο κι αν η μεθόδευσή τους έγινε άγαρμπα (πάλιν συγγνώμη για την έκφραση, αλλ’ έτσι είναι): όμως εδώ το ζήτημα δεν είναι μόνον να υπάρξει ανασύσταση της (όποιας) αμυντικής βιομηχανίας. Είναι και να στραφούμε άμεσα και ουσιαστικά (α) στην δημιουργία πλέγματος όπλων της νέας εποχής και (β) στην εξασφάλιση του ανθρώπινου εκείνου δυναμικού που θα είναι κατάλληλο για Belh@rra και F-35 αλλά και για σμήνη drones. H δυσκολία προσέλκυσης σπουδαστών στις στρατιωτικές σχολές κάτι δείχνει – κάτι πολύ αρνητικό.
Κλείνοντας, ας καταγραφεί το τόλμημα Τσίπρα να δανειστεί την πικρία της έκφρασης Κώστα Σημίτη σε μια σκοτεινή στιγμή της Μεταπολίτευσης – «Αυτή είναι η Ελλάδα!» - προκειμένου να δείξει (τότε) τα όρια της πολιτικής μπροστά στις ριζωμένες δυσλειτουργίες. Τα όσα επακολούθησαν με την σκιά των διαδοχικών τριών Μνημονίων, τα όσα ως κίνδυνοι και αληθινές απειλές υπάρχουν στον διεθνή – και κοντινό σ’ εμάς – περίγυρο, κάνουν την προσδοκία μιας ενεργητικής επαναδιατύπωσης του «Αυτή είναι η Ελλάδα!» αναγκαία. Γιατί η χώρα και οι άνθρωποί της άντεξαν- παρά την ένταση και την διχαστικότητα, σημειωτέον. Όμως η έκφραση χρειάζεται να συνοδευθεί από προσπάθεια – και γνήσια εξωστρέφεια.
(Ο Αντώνης Παπαγιαννίδης είναι δημοσιογράφος, νομικός- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το Κ-Report)




























