Αυτό το σαββατοκύριακο ανοίγει η αυλαία του πρωταθλήματος της Superleague. Όπως τα Έξι πρόσωπα του Πιραντέλο, που αναζητούν συγγραφέα, δεκατέσσερις ομάδες θα αναζητήσουν το ρόλο και τη θέση τους στα δρώμενα του ελληνικού ποδοσφαίρου, άλλες παλεύοντας για την κατάκτηση του τίτλου, άλλες για να εξασφαλίσουν ένα εισιτήριο στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και άλλες για να επιτύχουν μία άνετη παραμονή στην κατηγορία. Δεκατέσσερις ΠΑΕ που μπαίνουν στη γραμμή της αφετηρίας με διαφορετικούς στόχους, διαφορετικές υποδομές, διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες και διαφορετική οργάνωση.
Είναι λογικό, στην εκκίνηση μίας αθλητικής διοργάνωσης, κάθε συμμετέχων να έχει διαφορετικούς στόχους. Είναι επίσης θεμιτό οι στόχοι και τα συμφέροντα των ομάδων να συγκρούονται στον αγωνιστικό χώρο. Δεν είναι όμως λογικό, αυτό που χαρακτηρίζει το ελληνικό ποδόσφαιρο, να μην υπάρχει μία συνεννόηση όλων των ΠΑΕ, με σκοπό την επίτευξη του μοναδικού κοινού στόχου, δηλαδή τη συνολική αναβάθμιση του προϊόντος «Ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου».
Και να πεις ότι δεν υπήρξαν αφορμές… Και να πεις ότι δε βρέθηκαν ειδικοί που έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις… Ήδη, στο ξεκίνημα της φετινής σεζόν, χάθηκε μία ακόμα ευκαιρία, για τη συλλογική διαπραγμάτευση, εκμετάλλευση και πώληση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Όλα τα αναβαθμισμένα πρωταθλήματα της Ευρώπης, πωλούν σε συλλογική βάση τα δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης των αγώνων. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν τα μεγαλύτερα δυνατά έσοδα από τους τηλεοπτικούς παρόχους. Στη συνέχεια, αναδιανέμουν τα έσοδα αυτά στις ομάδες που συμμετέχουν στο πρωτάθλημα, τους εξασφαλίζουν μία καλή οικονομική βάση, για να διαχειριστούν τα έξοδά τους και να χτίσουν τις ομάδες τους.
Αυτή η αναδιανομή γίνεται με διαφορετικά κριτήρια σε κάθε χώρα, όπως, για παράδειγμα, η θέση στην τελική κατάταξη του προηγούμενου πρωταθλήματος, η δημοφιλία κάθε ομάδας και άλλα. Επίσης, σε κάθε χώρα, το δικαίωμα κάθε ομάδας να πάρει το μερίδιο των εσόδων που της ανήκει, εξαρτάται από την ύπαρξη συγκεκριμένων προδιαγραφών, όπως είναι το γήπεδο, οι προπονητικές εγκαταστάσεις της, τα τμήματα υποδομών που διαθέτει, ακόμα και η στοιχειώδης οργάνωση της διοίκησής της. Στην Ελλάδα;
Απόψε αυτοσχεδιάζουμε
Ήδη, από το 1999, με το Ν.2725 (Νόμος για τον Αθλητισμό) θεσπίστηκε ότι τα δικαιώματα μετάδοσης των αγώνων ποδοσφαίρου ανήκουν στη γηπεδούχο ομάδα. Επομένως, κάθε ΠΑΕ πουλάει στα τηλεοπτικά κανάλια το δικαίωμα μετάδοσης των αγώνων, εξασφαλίζει για τον εαυτό της τα έσοδα και τα διαχειρίζεται κατά το δοκούν.
Είκοσι έξι χρόνια μετά, οι ΠΑΕ δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι η ατομική εκμετάλλευση των δικαιωμάτων εμποδίζει την ισόρροπη ανάπτυξη συνολικά της διοργάνωσης. Οι ισχυροί γίνονται ισχυρότεροι, οι αδύναμοι αδυνατίζουν και η ανταγωνιστικότητα του πρωταθλήματος μειώνεται. Αντιθέτως, αυξάνεται η πιθανότητα δημιουργίας σχέσεων εξάρτησης των μικρών από τους μεγάλους.
Το γεγονός ότι οι τέσσερις μεγάλες ομάδες του ελληνικού ποδοσφαίρου, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, ΑΕΚ και ΠΑΟΚ έχουν ισχυρές διοικήσεις, με δυνατότητες να αποκτήσουν πολλούς και καλούς παίκτες, έχει αποκαταστήσει μία σχετική ισορροπία σε επίπεδο κορυφής. Τα τελευταία πρωταθλήματα κρίθηκαν τις τελευταίες αγωνιστικές και αυτό είναι πολύ θετικό. Όμως, το γεγονός αυτό δε θα πρέπει να αποδοθεί στην ανάπτυξη του συνολικού προϊόντος, αλλά στη «φωτισμένη δεσποτεία» που έχουν επιβάλλει τα αφεντικά των ΠΑΕ, που δείχνουν πρόθεση να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη και να αποκτήσουν σπουδαίους ποδοσφαιριστές.
Κατά τα λοιπά, οι μεσαίες ή και οι μικρότερες ομάδες κινούνται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, χωρίς καμία πιθανότητα να παίξουν πρωταγωνιστικό ή έστω ρυθμιστικό ρόλο. Θα πει κάποιος: «Μα και στην Αγγλία συμβαίνει το ίδιο. Πρωταγωνιστούν τρεις – τέσσερις ομάδες». Η απάντηση είναι ότι στην Αγγλία, τόσο στο πρωτάθλημα της Premier League όσο και στο κατώτερο πρωτάθλημα (Championship) όλοι οι αγώνες είναι ανοικτοί σε οποιοδήποτε αποτέλεσμα και το θέαμα που προσφέρεται στους φιλάθλους είναι υψηλής ποιότητας στη συντριπτική πλειοψηφία των αγώνων.
Επίσης, στην Αγγλία, όλες οι ομάδες προσφέρουν στους φιλάθλους που πάνε στο γήπεδο, υπηρεσίες υψηλών προδιαγραφών. Τα δε έσοδα που λαμβάνουν οι ομάδες για τη συμμετοχή τους και μόνο στα επαγγελματικά πρωταθλήματα είναι τέτοια που τους δίνουν τη δυνατότητα, με σωστό σχεδιασμό, να διακριθούν ακόμα και σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Εδώ και χρόνια οι Άγγλοι, πρωταγωνιστούν στην Ευρώπη, δρέποντας τις δάφνες της εξαιρετικής οργάνωσης του πρωταθλήματός τους. Στην Ελλάδα του «απόψε αυτοσχεδιάζουμε» μία ευρωπαϊκή διάκριση κάθε είκοσι χρόνια είναι αρκετή, για να χρησιμοποιείται ως αφορμή για καζούρα προς τον αντίπαλο και ως ένδειξη πολιτικής, οικονομικής και επιχειρηματικής ισχύος στους ανταγωνιστές. Μόνο που αυτό, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το ποδόσφαιρο…
Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε
Ήδη, από το 2020, η Παγκόσμια και η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Ποδοσφαίρου (FIFA και UEFA) παρουσίασαν μία ολιστική μελέτη για την οργάνωση του Ελληνικού Ποδοσφαίρου. Η μελέτη αυτή προέβλεπε την αναδιοργάνωση βασικών δομών, όπως της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και του Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου. Πρόβαλε συγκεκριμένες προτάσεις, για θέματα βίας, ντόμπιγκ, διαιτησίας, διαφάνειας κλπ. Η μελέτη αυτή γνωστοποιήθηκε σε όλες τις αρμόδιες αρχές και τους φορείς του ποδοσφαίρου. Γνώση έλαβε ο αρμόδιος Υπουργός, αλλά και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός.
Καμία από τις προτάσεις αυτής της ολιστικής μελέτης δεν προχώρησε. Το ελληνικό ποδόσφαιρο «αντιμετώπισε» τα προβλήματα της βίας με τους αυτοσχεδιασμούς του αρμόδιου Υπουργού, ο οποίος αντί να λάβει μέτρα κατά των φυσικών και ηθικών αυτουργών, τιμώρησε τους αγνούς φιλάθλους κλείνοντας τα γήπεδα. «Έλυσε» το πρόβλημα της διαιτησίας, φέρνοντας ξένους διαιτητές να διευθύνουν τους αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος. Απέφυγε και εξακολουθεί να αποφεύγει κάθε συζήτηση για θέματα ντόπινγκ, διαφάνειας, σχέσεων μεταξύ των ομάδων…
Κατά παράφραση του «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε», επέβαλε τη λογική του «έτσι είναι, γιατί έτσι νομίζουμε», αυξάνοντας τη δυσπιστία και την καχυποψία στις τάξεις των οπαδών.
Τα καημένα τα άστεγα
Κάπου εκεί, γύρω από τους ήρωες και τα αριστουργήματα του Πιραντέλο, στο ελληνικό ποδόσφαιρο βρίσκει θέση και ο «Γύλος», κατά κόσμο Νικόλαος Σπανοβαγγελοδημήτρης. Ο μυθικός ιδιοκτήτης παραλιακής ψαροταβέρνας «η τρύπια βάρκα» που στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «η Σοφερίνα» φιλοξενεί «τα κακόμοιρα τα άστεγα, τα ζευγαράκια».
Διότι, στον παραλογισμό του, το ελληνικό ποδόσφαιρο φιλοδοξεί να παράσχει στους φιλάθλους ένα σύγχρονο προϊόν, εφάμιλλο με τα άλλα ευρωπαϊκά, έχοντας επί της ουσίας άστεγες τις έντεκα από τις δεκατέσσερις ομάδες που συμμετέχουν σε αυτό. Διότι, αν εξαιρέσεις την ΑΕΚ, τον Ολυμπιακό και την ΑΕΛ, οι υπόλοιπες ομάδες, παραμένουν επί της ουσίας φιλοξενούνται σε παλιές γηπεδικές εγκαταστάσεις, που όχι μόνο προσβάλλουν τους φιλάθλους, αλλά είναι και επικίνδυνες για την ασφάλειά τους.
Χωρίς να λυθεί το ζήτημα των γηπέδων για όλες τις ομάδες, δεν μπορούμε να μιλάμε για σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διευθέτηση του ερμαφρόδιτου νομικού καθεστώτος επαγγελματία – ερασιτέχνη, που έχει επιβληθεί ήδη από το 1979. Η σύνδεση του ερασιτεχνικού σωματείου με την ΠΑΕ, προφανώς, έχει έρεισμα και δικαιολογείται από την ιστορική συνέχεια μίας ομάδας (προφανώς η ΠΑΕ προέρχεται από τον Ερασιτέχνη), αλλά από την άλλη μεριά θέτει εμπόδια στη δυνατότητα της εταιρείας να προχωρήσει σε μία σοβαρή επένδυση, όπως είναι η κατασκευή ενός νέου γηπέδου.
Το παράδειγμα του ΠΑΟΚ είναι πρόσφατο και πολύ χαρακτηριστικό. Ενώ η διοίκηση της ΠΑΕ δείχνει διατεθειμένη να προχωρήσει στην οικοδόμηση της «Νέας Τούμπας» και να προικίσει την ομάδα της Θεσσαλονίκης με ένα σύγχρονο γήπεδο, συναντά εμπόδια από τον ερασιτέχνη ΠΑΟΚ. Παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισε παλαιότερα και η ΑΕΚ και ο Παναθηναϊκός, καθώς δεν υπήρχε σύμφωνη γνώμη Ερασιτέχνη και ΠΑΕ.
Η παρέμβαση της Πολιτείας, με σκοπό να διευκολύνει θεσμικά, πλέον, τις ομάδες να οικοδομήσουν σύγχρονες γηπεδικές εγκαταστάσεις είναι, εξίσου, αναγκαία. Στο τέλος της ημέρας, η ύπαρξη σύγχρονων γηπέδων για όλες τις ομάδες που συμμετέχουν στο επαγγελματικό πρωτάθλημα συνιστά προϋπόθεση ισότιμου ανταγωνισμού.
Είτε με τον Πιραντέλο, είτε με τον «Γύλο», μέσα από κωμικές ή τραγικές καταστάσεις το ελληνικό ποδόσφαιρο έφτασε ως εδώ. Σήμερα, ανοίγει την αυλαία της αγωνιστικής περιόδου 2025-2026 με τις ελπίδες όλων για καλύτερο θέαμα, ανταγωνιστικά παιχνίδια και μεγαλύτερο σεβασμό στους παίκτες και τους φιλάθλους. Και όσο και αν οι οιωνοί δεν είναι καλοί, η ίδια η φύση του ποδοσφαίρου, επιτρέπει σε όλους να ελπίζουν ακόμα και τα πιο απίθανα. Η δε ομορφιά του, όσο και αν προσπαθούν κάποιοι να μας την αποκρύψουν, δεν αφήνει περιθώριο να μην το παρακολουθήσουμε με ενδιαφέρον.
(Ο Κώστας Καρβουναρίδης είναι Δικηγόρος – Διεθνές Μάστερ Αθλητικού Δικαίου και Μάνατζμεντ / Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών – CIES –FIFA)




























