Η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι εγκλωβισμένη, διαχρονικά, σε κλισέ, λαϊκιστικά μοτίβα και αυτοαναφορικές ευκολίες ψηφοθηρικής σκοπιμότητας. Έτσι, για δεκαετίες, αναλώθηκε τεράστια ενέργεια και σπαταλήθηκε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο στα διεθνή fora για έναν συμβιβασμό με τη Βόρεια Μακεδονία, παρόλο που η γειτονική χώρα, λόγω μεγέθους και οικονομικής/γεωπολιτικής ευθραυστότητας, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί επικίνδυνο αντίπαλο.
Ακόμη και η σύνθετη ονομασία που είναι αυτονόητη, ιστορικά και διπλωματικά, απορρίπτεται από ένα θορυβώδες κομμάτι του πολιτικού συστήματος που εκπαιδεύει την κοινή γνώμη, σε άτυπη συνεργασία με την Εκκλησία, στον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία.
Κυρίως γι αυτό το λόγο, επειδή κατέρριψε εθνικά ταμπού υπερβαίνοντας αναχρονισμούς και μαξιμαλισμούς, η Συμφωνία των Πρεσπών είχε μεγάλη αξία και η απόρριψη της από τη ΝΔ αποτελεί μαύρη σελίδα στην πολιτεία του Κ. Μητσοτάκη, ειδικά επειδή συνδέθηκε με την ανοχή σε σκοταδιστικά συλλαλητήρια υπερπατριωτικής εξαλλοσύνης.
Η Συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ δεν έγινε ποτέ σεβαστή επί της ουσίας σε καμία από τις δύο χώρες και είναι ενδεικτικό ότι ακόμη δεν έχουν αλλάξει τα διαβατήρια ούτε τα σχολικά βιβλία ιστορίας στη Βόρεια Μακεδονία, ενώ η ελληνική Βουλή δεν έχει κυρώσει τα μνημόνια συνεργασίας, όπως υποχρεούται.
Παρόλα αυτά, η επιστροφή της γειτονικής χώρας στην αλυτρωτική ρητορεία μετά την εκλογική νίκη του εθνικιστικού κόμματος έχει σημασία γιατί στις διεθνείς σχέσεις η ατμόσφαιρα μπορεί να αποβεί ακόμη και καθοριστική.
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση ζητά την εφαρμογή της συμφωνίας των Πρεσπών, την οποία πολέμησε, επιβεβαιώνει τη συνήθη στα θέματα εξωτερικής πολιτικής υποκρισία κομμάτων που στην αντιπολίτευση υπερασπίζονται την ακινησία και όταν έρθουν στην εξουσία προσαρμόζονται στη συνθήκη του δυτικού ρεαλισμού.
Το τελευταίο “μακεδονικό” επεισόδιο θυμίζει τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος που δεν επιτρέπουν ορθολογική διαχείριση στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Γιατί ανεξάρτητα από τη στάση του δύστροπου γείτονα, έχει σημασία η δική μας χώρα να ξέρει τι επιδιώκει, τι είναι δυνατό να επιτευχθεί στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης, με ποιο σχέδιο θα προσπαθήσει να το επιτύχει. Όχι μόνο για το blame game και τη διεθνή εικόνα της χώρας αλλά και γιατί, αν κάποτε ωριμάσουν οι συνθήκες και η άλλη πλευρά διανύσει, υπό εξωτερική πίεση, την απόσταση που της αναλογεί, η δική μας πλευρά θα πρέπει να είναι έτοιμη να κάνει το βήμα μπροστά. Και αυτό προϋποθέτει όλα όσα δεν υπάρχουν σήμερα: Ευρεία πολιτική και κοινωνική συναίνεση, ψυχραιμία και μετριοπάθεια, επίγνωση των δημογραφικών και γεωπολιτικών συσχετισμών, ακρίβεια στην ανάγνωση της διεθνούς κατάστασης, εφαρμογή ενός εθνικού σχεδίου θεσμικού, οικονομικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού, μεταρρυθμιστικό όραμα και εγκατάλειψη της θεωρίας ότι το δίκιο είναι οπωσδήποτε, πάντα και όλο με το μέρος μας.
Αυτά αφορούν τα ελληνοτουρκικά, δηλαδή το μεγάλο παιχνίδι, πολύ περισσότερο από την αταξία στα βόρεια σύνορα μας που παράγεται σε ποσότητες δυσανάλογες προς το βάρος του πραγματικού διπλωματικού φορτίου και συμβατές με διεγέρσεις του φαντασιακού.
(Η Αγγελική Σπανού είναι δημοσιογράφος)




























