Αντίθετη πορεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί η ανεργία στην Ελλάδα, καθώς την ώρα που ο αριθμός των ανέργων αυξάνεται στην Ευρώπη, στη χώρα μας καταγράφεται σημαντική ετήσια μείωση. Ωστόσο, η βελτίωση των ελληνικών δεικτών αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα για τη σύνθεση της απασχόλησης, καθώς περισσότεροι από 300.000 συνταξιούχοι εργάζονται πλέον στη χώρα, επηρεάζοντας δυνητικά και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται το ποσοστό ανεργίας.
Τα στοιχεία της Eurostat που δημοσιοποιήθηκαν χθες δείχνουν ότι η Ελλάδα παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση του ποσοστού ανεργίας, σε ποσοστιαίες μονάδες, μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ώρα που τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη καταγράφεται αύξηση.
Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο του 2026 το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 7,6%, έναντι 8,8% τον αντίστοιχο μήνα του 2025, σημειώνοντας πτώση κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες. Την ίδια περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση η ανεργία αυξήθηκε από 6% σε 6,2%, ενώ στην ευρωζώνη ενισχύθηκε από 6,3% σε 6,5%.
Η διαφορά είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν εξετάζεται ο αριθμός των ανέργων. Στην Ελλάδα οι άνεργοι μειώθηκαν κατά περίπου 57.000 μέσα σε έναν χρόνο, από 417.000 τον Σεπτέμβριο του 2025 σε 360.000 τον Σεπτέμβριο του 2026. Πρόκειται για υποχώρηση της τάξης του 13,7%. Αντίθετα, στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 471.000, φτάνοντας τα 13,773 εκατομμύρια, ενώ στην ευρωζώνη η αύξηση ανήλθε σε 420.000 άτομα.
Η Ελλάδα εμφανίζει τη μεγαλύτερη μείωση του ποσοστού ανεργίας σε ποσοστιαίες μονάδες, αλλά και τη μεγαλύτερη υποχώρηση του αριθμού των ανέργων σε απόλυτα μεγέθη, σύμφωνα με τα συγκρινόμενα στοιχεία. Ωστόσο, δεν έχει την υψηλότερη ποσοστιαία μείωση του πλήθους των ανέργων. Στη Σλοβενία, για παράδειγμα, ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε από 44.000 σε 37.000, σημειώνοντας μείωση περίπου 15,9%, έναντι 13,7% στην Ελλάδα.
Η ελληνική επίδοση αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες η τάση είναι αντίστροφη. Στη Γαλλία οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 221.000 σε ετήσια βάση, στην Ιταλία κατά 118.000 και στη Γερμανία κατά 91.000.
Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση, πάντως, το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παράγοντας των 300.000 εργαζόμενων συνταξιούχων
Μία σημαντική παράμετρος που πρέπει να συνεκτιμηθεί στην αποτύπωση της ελληνικής αγοράς εργασίας είναι η θεαματική αύξηση των εργαζόμενων συνταξιούχων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ για τον Σεπτέμβριο του 2026, περισσότεροι από 300.000 συνταξιούχοι εργάζονται πλέον, έναντι περίπου 36.000 που είχαν δηλώσει απασχόληση έως το τέλος του 2023. Η αύξηση συνδέεται με το νέο καθεστώς απασχόλησης των συνταξιούχων, το οποίο εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2024.
Με το άρθρο 114 του νόμου 5078/2023 καταργήθηκε η περικοπή του 30% στη σύνταξη για όσους συνεχίζουν να εργάζονται και θεσπίστηκε ειδικός πόρος υπέρ του e-ΕΦΚΑ, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Η αλλαγή αυτή δημιούργησε ευνοϊκότερες συνθήκες για την παραμονή ή την επιστροφή συνταξιούχων στην απασχόληση, επιτρέποντάς τους να συνδυάζουν τη σύνταξη με εισόδημα από εργασία χωρίς την προηγούμενη περικοπή.
Ωστόσο, η αύξηση των δηλωμένων εργαζόμενων συνταξιούχων από περίπου 36.000 το 2023 σε περισσότερους από 300.000 σήμερα δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκαν ισάριθμες πρόσθετες θέσεις εργασίας. Μέρος της μεταβολής ενδέχεται να αφορά συνταξιούχους που εργάζονταν ήδη, αλλά δήλωσαν την απασχόλησή τους μετά την αλλαγή του ασφαλιστικού πλαισίου.
Πώς επηρεάζεται το ποσοστό ανεργίας
Η παρουσία των εργαζόμενων συνταξιούχων έχει ιδιαίτερη σημασία για τη στατιστική αποτύπωση της αγοράς εργασίας.
Η μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ προβλέπει ότι στους απασχολουμένους περιλαμβάνονται εργαζόμενοι ηλικίας 15 έως 89 ετών, ανεξάρτητα από το αν λαμβάνουν σύνταξη. Αντίθετα, ένας συνταξιούχος που δεν εργάζεται και δεν αναζητεί ενεργά εργασία δεν καταγράφεται ως άνεργος, αλλά ως οικονομικά μη ενεργός. Επομένως, όταν ένας οικονομικά μη ενεργός συνταξιούχος επιστρέφει στην εργασία, αυξάνεται ο αριθμός των απασχολουμένων και το συνολικό εργατικό δυναμικό.
Η μεταβολή αυτή μπορεί να μειώσει στατιστικά το ποσοστό ανεργίας, ακόμη και αν ο αριθμός των ανέργων παραμένει αμετάβλητος, καθώς ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται ως αναλογία των ανέργων προς το εργατικό δυναμικό.
Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση της απασχόλησης των συνταξιούχων μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση χαμηλότερου ποσοστού ανεργίας, χωρίς να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του αριθμού των ανέργων.
Ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι όλοι οι 300.000 εργαζόμενοι συνταξιούχοι προστέθηκαν στο εργατικό δυναμικό μετά το 2023. Όσοι εργάζονταν ήδη πριν συνταξιοδοτηθούν καταγράφονταν και προηγουμένως ως απασχολούμενοι.
Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση της μεταβολής της απασχόλησης με τη μείωση του αριθμού των ανέργων. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τον Σεπτέμβριο του 2026 οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4.391.208 άτομα, αυξημένοι κατά 49.573 σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Την ίδια περίοδο, οι άνεργοι μειώθηκαν κατά 57.627 άτομα. Αυτό σημαίνει ότι, παρά την αύξηση της απασχόλησης, το συνολικό εργατικό δυναμικό μειώθηκε κατά 8.054 άτομα.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η υποχώρηση της ανεργίας δεν συνοδεύτηκε από ισόποση αύξηση των απασχολουμένων, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτει από μόνη της τις μετακινήσεις μεταξύ ανεργίας, απασχόλησης και οικονομικής αδράνειας.






























