Με χαμηλότερη ταχύτητα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης κινήθηκε η ελληνική οικονομία το δεύτερο τρίμηνο του 2026, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,3% σε τριμηνιαία βάση. Σε ετήσια βάση, ωστόσο, η Ελλάδα διατήρησε ισχυρότερο ρυθμό ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς το ΑΕΠ της ήταν αυξημένο κατά 1,9% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat στις 7 Σεπτεμβρίου, το εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,6% στην Ευρωζώνη και κατά 0,7% στο σύνολο της ΕΕ σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο. Σε ετήσια βάση, η ανάπτυξη διαμορφώθηκε σε 1,2% στην Ευρωζώνη και 1,4% στην ΕΕ.
Η εικόνα για την Ελλάδα είναι συνεπώς διπλή. Σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 0,3% ήταν η μισή από το 0,6% της Ευρωζώνης και αισθητά χαμηλότερη από το 0,7% της ΕΕ.
Αντίθετα, στη σύγκριση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025, το ελληνικό 1,9% ξεπερνά κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες την Ευρωζώνη και κατά 0,5 μονάδες την ΕΕ.
Τα στοιχεία δείχνουν επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τα προηγούμενα τρίμηνα. Το ΑΕΠ είχε αυξηθεί κατά 0,6% στο τρίτο τρίμηνο του 2025, κατά 0,7% στο τέταρτο τρίμηνο και κατά 0,2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, πριν καταγράψει άνοδο 0,3% στο δεύτερο τρίμηνο. Σε ετήσια βάση, ο ρυθμός ανάπτυξης υποχώρησε οριακά στο 1,9%, από 2% στο πρώτο τρίμηνο και 2,3% στο τελευταίο τρίμηνο του 2025.
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες αναδεικνύει σημαντικές αποκλίσεις. Η Ιρλανδία βρέθηκε στην κορυφή της κατάταξης σε τριμηνιαία βάση, με εντυπωσιακή αύξηση του ΑΕΠ κατά 10,2%, ενώ ακολούθησαν η Σλοβενία με 1,8% και η Λιθουανία με 1,7%. Η Αυστρία ήταν η μοναδική χώρα της ΕΕ που κατέγραψε συρρίκνωση, κατά 0,1%.
Υψηλότερες επιδόσεις από την Ελλάδα εμφάνισαν επίσης η Μάλτα, με ανάπτυξη 1,1% σε τριμηνιαία βάση, η Πολωνία με 1%, η Κύπρος και η Πορτογαλία με 0,8%, καθώς και η Ισπανία, η Βουλγαρία και η Λετονία με 0,7%. Η ελληνική επίδοση του 0,3% ήταν αντίστοιχη με εκείνη της Γερμανίας, της Δανίας και της Εσθονίας, ενώ ξεπέρασε μεταξύ άλλων την Ιταλία, η οποία αναπτύχθηκε κατά 0,2%, και τη Γαλλία, όπου το ΑΕΠ παρέμεινε αμετάβλητο.
Σε ετήσια βάση, πάντως, η θέση της Ελλάδας είναι καλύτερη. Η ανάπτυξη 1,9% ξεπερνά εκείνη μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης, όπως η Γερμανία με 1%, η Ιταλία επίσης με 1% και η Γαλλία με μόλις 0,5%. Παραμένει, όμως, χαμηλότερη από την Ισπανία, η οποία αναπτύχθηκε κατά 2,7%, την Κύπρο με 3,3%, τη Λιθουανία και την Πολωνία με 3,8%, αλλά και τη Σλοβενία με 4,8%.
Πιο αρνητική είναι η εικόνα για την ελληνική αγορά εργασίας. Η απασχόληση στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 0,4% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο, επίδοση που ήταν η δεύτερη χειρότερη μεταξύ των κρατών-μελών για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Μεγαλύτερη πτώση κατέγραψε μόνο η Φινλανδία, με -0,8%. Στον αντίποδα, η Πορτογαλία εμφάνισε τη μεγαλύτερη αύξηση της απασχόλησης, κατά 1%, ενώ Τσεχία και Μάλτα ακολούθησαν με 0,9%.
Η απόκλιση είναι ακόμη πιο εμφανής σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, καθώς η απασχόληση αυξήθηκε κατά 0,1% τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην ΕΕ στο δεύτερο τρίμηνο. Σε ετήσια βάση, η ελληνική απασχόληση παρέμεινε σε θετικό έδαφος, αλλά με οριακή αύξηση 0,1%, έναντι 0,5% στην Ευρωζώνη και 0,4% στην ΕΕ.































