Ένα ιδιαίτερα ισχυρό μήνυμα για τους κινδύνους που συνοδεύουν τη συσσώρευση δημόσιου χρέους των ΗΠΑ στέλνει η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος εξυπηρέτησης των αμερικάνικων κρατικών υποχρεώσεων παραμένει αυξημένο και οι αγορές παρακολουθούν στενά τη δημοσιονομική πορεία της αμερικανικής οικονομίας.
Στην ευρύτερη ανάλυσή της για τους κινδύνους του υψηλού δημόσιου χρέους, η BIS επισημαίνει ότι στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων, όταν ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, η εκτιμώμενη πιθανότητα ενός επεισοδίου έντονης χρηματοπιστωτικής πίεσης, ανάλογου με εκείνο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, μέσα στους επόμενους τρεις μήνες φθάνει περίπου στο 3,8%. Όταν το χρέος είναι χαμηλό, η αντίστοιχη πιθανότητα περιορίζεται στο 0,3%.
Υψηλό χρέος σε πολλές χώρες της αμερικανικής ηπείρου
Η βασική διαπίστωση της BIS είναι ότι το δημόσιο χρέος έχει φθάσει σε υψηλά πολλών δεκαετιών σε πολλές χώρες της αμερικανικής ηπείρου, την ώρα που αυξάνεται και το βάρος των τόκων. Το υψηλότερο χρέος, σύμφωνα με τους συντάκτες, δεν αποτελεί απλώς μεγαλύτερη δημοσιονομική υποχρέωση. Μπορεί να αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν οι αγορές σε μια επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών.
Η εικόνα είναι χαρακτηριστική της τάσης που έχει διαμορφωθεί την τελευταία δεκαετία. Σε 27 από τις 33 οικονομίες της αμερικανικής ηπείρου που εξετάζει η BIS, ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ αυξήθηκε. Σε περίπου τέσσερις στις δέκα, μάλιστα, η άνοδος ξεπέρασε τις 20 ποσοστιαίες μονάδες. Σχεδόν το ένα τρίτο εμφάνισε αύξηση μεταξύ 10 και 20 μονάδων. Εντυπωσιακή εξαίρεση αποτελεί η Τζαμάικα, η οποία περιόρισε το χρέος της από το 148% του ΑΕΠ το 2012 στο 68% το 2025.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο ύψος του χρέους. Οι δαπάνες για τόκους έχουν επίσης αυξηθεί την τελευταία δεκαετία και, σύμφωνα με τη BIS, γενικά κινήθηκαν ταχύτερα από τα δημοσιονομικά έσοδα. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο των κυβερνήσεων.
Εδώ εντοπίζεται και μία από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις της μελέτης – γνωστή στους Έλληνες αναγνώστες- . Όταν το χρέος βρίσκεται ήδη σε υψηλά επίπεδα, μια νέα δημοσιονομική επέκταση μπορεί να προκαλέσει πολύ εντονότερη αντίδραση στις αγορές. Στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες που εξετάστηκαν, τα spreads τα οποία χρησιμοποιούνται ως μέτρο του κρατικού ασφαλίστρου κινδύνου, αυξάνονται σχεδόν τρεις φορές περισσότερο στις χώρες με υψηλό χρέος σε σύγκριση με εκείνες όπου το χρέος είναι χαμηλότερο. Η επίδραση είναι επίσης ισχυρότερη και διαρκεί περισσότερο όταν οι δαπάνες για τόκους είναι ήδη υψηλές.
Από το κρατικό χρέος στον πληθωρισμό
Η ανησυχία της BIS δεν σταματά στο κόστος δανεισμού. Η αύξηση του κρατικού κινδύνου μπορεί να περάσει στην πραγματική οικονομία και, τελικά, στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Ένας δρόμος είναι μέσω της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η άνοδος των ασφαλίστρων κινδύνου μπορεί να ασκήσει πιέσεις στο νόμισμα, καθιστώντας ακριβότερες τις εισαγωγές. Ένας δεύτερος περνά από το χρηματοπιστωτικό σύστημα: όσο ακριβότερα δανείζεται το κράτος, τόσο μπορεί να αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών και των επιχειρήσεων, ακόμη και χωρίς μεταβολή των βασικών επιτοκίων. Και όταν το χρέος είναι ήδη πολύ υψηλό, οι αγορές μπορεί να αρχίσουν να προεξοφλούν ότι μέρος των δημοσιονομικών πιέσεων θα εκτονωθεί μέσω υψηλότερου πληθωρισμού.
Οι υπολογισμοί της BIS ενισχύουν αυτή την εικόνα. Οι βραχυπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες εμφανίζονται σημαντικά πιο ευαίσθητες στις μεταβολές των ασφαλίστρων κινδύνου όταν το δημόσιο χρέος είναι υψηλό, ένα αποτέλεσμα που καταγράφεται τόσο σε οικονομίες με κυμαινόμενες όσο και με μη κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Το συμπέρασμα της BIS είναι ότι όσο αυξάνεται το χρέος τόσο μικραίνουν τα περιθώρια λάθους στη δημοσιονομική πολιτική. Οι αγορές μπορούν να αντιδράσουν εντονότερα σε νέες δημοσιονομικές παρεμβάσεις, ενώ η αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να μεταδοθεί ταχύτερα στις πληθωριστικές προσδοκίες. Για τον λόγο αυτό, η BIS δίνει έμφαση σε αξιόπιστες στρατηγικές δημοσιονομικής προσαρμογής, οι οποίες όμως θα πρέπει να προστατεύουν τις παραγωγικές δημόσιες επενδύσεις και τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες.
Στην ίδια κατεύθυνση, υπογραμμίζει τη σημασία της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών. Σε ένα περιβάλλον υψηλού χρέους, όπου οι πολιτικές και δημοσιονομικές πιέσεις μπορεί να εντείνονται, η διατήρηση της αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής και η προσήλωση στη σταθερότητα των τιμών αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.




























