Με θετικά αλλά και έντονα επιφυλακτικά μηνύματα υποδέχεται η τουριστική αγορά το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, με τους βασικούς φορείς του κλάδου να συμφωνούν στην ανάγκη ύπαρξης σαφών κανόνων, αλλά να διαφωνούν με κρίσιμες προβλέψεις που θεωρούν υπερβολικά οριζόντιες και περιοριστικές.
Το βασικό στοιχείο που επικροτούν οι εκπρόσωποι της αγοράς είναι η ίδια η θεσμοθέτηση του Χωροταξικού, έπειτα από πολυετή εκκρεμότητα. Το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος και ο ΣΕΤΕ εκτιμούν ότι η ύπαρξη ενός εθνικού πλαισίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την οργανωμένη ανάπτυξη του τουρισμού, καθώς δημιουργεί ένα σταθερότερο περιβάλλον για επενδύσεις και περιορίζει την αβεβαιότητα που προκαλούσε η απουσία ενιαίων κανόνων.
Θετικά αξιολογούνται επίσης ορισμένες αλλαγές που έγιναν μετά τη δημόσια διαβούλευση. Μεταξύ αυτών είναι η κατάργηση της πρόβλεψης για ειδικό τέλος υπέρ του Πράσινου Ταμείου, καθώς και το μεταβατικό καθεστώς που προστατεύει, υπό προϋποθέσεις, ώριμες επενδύσεις οι οποίες βρίσκονταν ήδη σε αδειοδοτική διαδικασία. Η αγορά βλέπει θετικά και τις ρυθμίσεις που δίνουν μεγαλύτερη σαφήνεια στις ειδικές τουριστικές υποδομές και ενισχύουν τη σύνδεση των νέων επενδύσεων με κριτήρια βιωσιμότητας.
Ο ΣΕΤΕ αναγνωρίζει, ακόμη, ότι μέρος των προτάσεων που κατατέθηκαν στη διαβούλευση ενσωματώθηκε στην τελική ΚΥΑ και θεωρεί ότι, παρά τις αδυναμίες, η ύπαρξη ενός πλαισίου είναι σαφώς προτιμότερη από τη διατήρηση του θεσμικού κενού. Για τον κλάδο, το κρίσιμο ζήτημα μεταφέρεται πλέον στην εφαρμογή και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι γενικές κατευθύνσεις θα εξειδικευθούν μέσω των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων.
Στον αντίποδα, οι σοβαρότερες ενστάσεις εστιάζουν στους οριζόντιους περιορισμούς που τίθενται στην ανάπτυξη νέων ξενοδοχειακών μονάδων. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων θεωρεί ότι, παρά τις επιμέρους διορθώσεις, ο πυρήνας των περιορισμών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες και δυνατότητες κάθε προορισμού.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η αντίδραση για το ανώτατο όριο των 100 κλινών στα νησιά της Ομάδας ΙΙ, δηλαδή εκείνα με έκταση από 20 έως 250 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Σύμφωνα με την ΠΟΞ, η συγκεκριμένη ρύθμιση αντιμετωπίζει ως ομοειδείς προορισμούς νησιά με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, τουριστική ωριμότητα, υποδομές και οικονομική βάση. Η αγορά εκτιμά ότι ένας ενιαίος αριθμητικός περιορισμός δεν μπορεί να αποτυπώσει την πραγματική φέρουσα ικανότητα κάθε νησιού.
Αντίστοιχες αντιδράσεις προκαλούν τα όρια των 50 και 150 κλινών που ενεργοποιούν την υποχρεωτική εκπόνηση Εκθέσεων Εκτίμησης Φέρουσας Ικανότητας. Οι ξενοδόχοι υποστηρίζουν ότι τα όρια είναι χαμηλά και μπορεί να επιβαρύνουν ακόμη και μεσαίες ή οικογενειακές επενδύσεις με πρόσθετο κόστος, γραφειοκρατία και αβεβαιότητα.
Επιφυλάξεις διατυπώνονται και για το γεγονός ότι το μέγεθος μιας επένδυσης παραμένει βασικό κριτήριο περιορισμού. Στελέχη της αγοράς υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να δίνεται μεγαλύτερο βάρος στο πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα μιας μονάδας και λιγότερο στον απόλυτο αριθμό κλινών. Κατά την άποψή τους, μία μεγάλη μονάδα υψηλών περιβαλλοντικών προδιαγραφών μπορεί να επιβαρύνει λιγότερο έναν προορισμό από πολλές μικρότερες μονάδες.
Προβληματισμός υπάρχει τέλος για τον τρόπο ενσωμάτωσης των βραχυχρόνιων μισθώσεων στις μελέτες φέρουσας ικανότητας. Ξενοδοχειακοί φορείς και STAMA ζητούν αξιόπιστα και ενιαία δεδομένα, ώστε η τουριστική πίεση να υπολογίζεται με βάση το σύνολο των καταλυμάτων και όχι μόνο τις ξενοδοχειακές κλίνες.






























