Η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από το ταμείο ενός καταστήματος κατά την πληρωμή με χρεωστική κάρτα (cashback) κερδίζει σταδιακά έδαφος στην Ευρώπη ως εναλλακτικός τρόπος πρόσβασης σε μετρητά, ιδιαίτερα σε χώρες όπου το δίκτυο των ΑΤΜ και των τραπεζικών καταστημάτων έχει περιοριστεί σημαντικά.
Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ πίσω στην υιοθέτηση της υπηρεσίας, παρά το γεγονός ότι διαθέτει περισσότερα ΑΤΜ από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η υπηρεσία cashback επιτρέπει στον καταναλωτή να πραγματοποιεί μια αγορά και ταυτόχρονα να λαμβάνει μετρητά από το ταμείο του καταστήματος, χωρίς να χρειάζεται να επισκεφθεί ΑΤΜ. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συμπεριέλαβε τη συγκεκριμένη υπηρεσία στην έρευνά της για τη χρήση μετρητών από τις επιχειρήσεις, αναγνωρίζοντάς την ως ένα εργαλείο διατήρησης της πρόσβασης στα μετρητά, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου το τραπεζικό δίκτυο συρρικνώνεται.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ότι η υπηρεσία παραμένει ακόμη περιορισμένη στην ευρωζώνη, καθώς λίγες επιχειρήσεις προσφέρουν σήμερα cashback ή cash-in-shop και ακόμη λιγότερες σχεδιάζουν να το εισαγάγουν στο μέλλον.
Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών. Το Βέλγιο βρίσκεται στην κορυφή, με 59% των επιχειρήσεων να προσφέρουν cashback, ενώ ακολουθούν η Φινλανδία (55%) και η Ιρλανδία (42%). Στον αντίποδα, η Ελλάδα καταγράφει ποσοστό μόλις 7%, αντίστοιχο με της Ιταλίας, ενώ χαμηλότερα βρίσκονται η Ισπανία (3%), η Αυστρία (2%) και η Πορτογαλία (1%).
Αποκαλυπτική η σύγκριση
Η σύγκριση με τα στοιχεία για τα ΑΤΜ είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, στην Ελλάδα αντιστοιχούν 68,08 ΑΤΜ ανά 100.000 ενηλίκους, έναντι 63,26 στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που σημαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει πυκνότερο δίκτυο ΑΤΜ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αντίθετα, αρκετές από τις χώρες όπου το cashback έχει αναπτυχθεί περισσότερο διαθέτουν σχετικά αραιό δίκτυο ΑΤΜ. Η Ιρλανδία, όπου το 42% των επιχειρήσεων προσφέρει cashback, διαθέτει μόλις 30,15 ΑΤΜ ανά 100.000 ενηλίκους, ενώ η Φινλανδία, επίσης πρωτοπόρος στη συγκεκριμένη υπηρεσία, έχει διαχρονικά περιορίσει σημαντικά το φυσικό τραπεζικό της δίκτυο. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι το cashback λειτουργεί ως συμπληρωματικός μηχανισμός πρόσβασης σε μετρητά εκεί όπου οι αναλήψεις από ΑΤΜ είναι λιγότερο εύκολες.
Αντίθετα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στο εκτεταμένο δίκτυο ΑΤΜ για την εξυπηρέτηση των πολιτών, γεγονός που ενδεχομένως εξηγεί και τη χαμηλή διείσδυση του cashback.
Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και στην Αυστρία και την Πορτογαλία, δύο χώρες με από τα υψηλότερα ποσοστά ΑΤΜ στην Ευρώπη (170,06 και 157,80 ΑΤΜ ανά 100.000 ενηλίκους αντίστοιχα), αλλά με εξαιρετικά περιορισμένη χρήση της υπηρεσίας cashback (2% και 1% των επιχειρήσεων).

































