Η διεθνής άνοδος των επιτοκίων άφησε το αποτύπωμά της και στην ελληνική αγορά ομολόγων τον τελευταίο μήνα, οδηγώντας σε αύξηση των αποδόσεων σε όλες τις διάρκειες και σε διεύρυνση της απόδοσης έναντι του γερμανικού ομολόγου αναφοράς. Ωστόσο, παρά την επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης, η θέση του ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές παραμένει ισχυρή, καθώς οι ελληνικοί τίτλοι συνεχίζουν να εμφανίζουν καλύτερη εικόνα από άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, κυρίως την Ιταλία.
Η πιο χαρακτηριστική μεταβολή αφορά το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου. Μέσα σε διάστημα μόλις ενός μήνα, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου αυξήθηκε κατά 33 μονάδες βάσης, από 3,59% στις 23 Ιουνίου σε 3,92% στις 23 Ιουλίου. Αντίστοιχη ήταν η εικόνα σε ολόκληρη την καμπύλη αποδόσεων. Το 5ετές ομόλογο διαμορφώθηκε στο 3,32% από 2,98%, το 2ετές στο 2,96% από 2,64%, ενώ το 30ετές έφθασε στο 4,55% από 4,31%, επιβεβαιώνοντας ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού αφορά όλες τις λήξεις του ελληνικού χρέους.
Ευνοϊκή η θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη
Η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Αντίθετα, εντάσσεται στη γενικότερη αναπροσαρμογή των αποδόσεων των κρατικών τίτλων στην Ευρωζώνη, καθώς οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο αυξήθηκαν και οι αποδόσεις των γερμανικών, γαλλικών, ισπανικών, πορτογαλικών και ιταλικών ομολόγων.
Ως αποτέλεσμα, διευρύνθηκαν και τα spreads των ελληνικών τίτλων έναντι του γερμανικού Bund. Το spread του ελληνικού 10ετούς αυξήθηκε στις 73 μονάδες βάσης από 67 έναν μήνα πριν, του 5ετούς στις 36 από 33 μονάδες βάσης και του 15ετούς στις 55 από 46 μονάδες βάσης. Παρά την άνοδο, τα επίπεδα αυτά εξακολουθούν να θεωρούνται ιδιαίτερα χαμηλά σε σχέση με τα ιστορικά δεδομένα της ελληνικής αγοράς και αντανακλούν τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς το ελληνικό αξιόχρεο.
Μάλιστα, η σχετική θέση της Ελλάδας έναντι των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης παραμένει ευνοϊκή. Το ελληνικό 10ετές συνεχίζει να έχει χαμηλότερη απόδοση από το αντίστοιχο ιταλικό, με τη διαφορά να διαμορφώνεται στις 10 μονάδες βάσης, έναντι μόλις τεσσάρων τον Ιούνιο. Την ίδια ώρα, η απόδοση του ελληνικού τίτλου παραμένει χαμηλότερη και από τη γαλλική, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται υψηλότερα από εκείνες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, γεγονός που αποτυπώνει τη διαφορετική αποτίμηση του κινδύνου από τις αγορές.
Τέλος, οι προβλέψεις του ΟΔΔΗΧ εξακολουθούν να τοποθετούν το δημόσιο χρέος στο 136,8% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, ενώ το ονομαστικό ύψος του εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στα 357,5 δισ. ευρώ.































