Τον στρατηγικό ρόλο της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων για την οικονομία, την επισιτιστική επάρκεια και την εθνική ασφάλεια ανέδειξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στην ετήσια Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ), με θέμα «Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών: Ανθεκτικότητα και Παραγωγικότητα σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας αβεβαιότητας».
Ο υπουργός χαρακτήρισε τη βιομηχανία τροφίμων «υποδομή εθνικής ασφάλειας», υπογραμμίζοντας ότι τα τρόφιμα δεν αποτελούν πλέον απλώς ένα εμπορικό αγαθό, αλλά συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική ανθεκτικότητα των κρατών. Όπως σημείωσε, οι πρόσφατες διεθνείς κρίσεις, από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και την κλιματική κρίση, ανέδειξαν την ευαλωτότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού και επανέφεραν στο προσκήνιο τη σημασία της εγχώριας παραγωγής.
Ο κ. Πιερρακάκης εξέφρασε την πεποίθηση ότι το ελληνικό τρόφιμο διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να κατακτήσει ακόμη ισχυρότερη θέση στις διεθνείς αγορές. «Έχει το προϊόν, την ιστορία, το κλίμα, τη γη που το γεννά, τον τουρισμό που το προβάλλει και το brand Ελλάδα που σε πολλές αγορές πουλά από μόνο του», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι βασικές προκλήσεις παραμένουν ο καλύτερος συντονισμός και η πρόσβαση σε επαρκή κεφάλαια, ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως το αναπτυξιακό δυναμικό του κλάδου.
Παρουσιάζοντας τα μεγέθη της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων, ο υπουργός σημείωσε ότι ο κλάδος καταγράφει κύκλο εργασιών 26,2 δισ. ευρώ, εξαγωγές ύψους 7,4 δισ. ευρώ και στηρίζει άμεσα ή έμμεσα 376.000 θέσεις εργασίας. Παράλληλα, οι επενδύσεις ξεπερνούν τα 7 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 30% των συνολικών επενδύσεων της ελληνικής μεταποίησης, ενώ οι εξαγωγές έχουν διπλασιαστεί μέσα στην τελευταία δεκαετία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει συνολικά η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, περιγράφοντας τέσσερα βασικά «σημεία συμφόρησης»: το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις αδυναμίες στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις πρώτες ύλες, το αυξημένο ρυθμιστικό βάρος για τις επιχειρήσεις και τη δυσκολία πρόσβασης σε επενδυτικά κεφάλαια. Όπως υποστήριξε, τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε εθνικό επίπεδο, αλλά απαιτούν συντονισμένες ευρωπαϊκές λύσεις μέσω βαθύτερης ενεργειακής ενοποίησης, ενίσχυσης της στρατηγικής αυτονομίας και προώθησης της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Ο υπουργός υπογράμμισε επίσης ότι η Ελλάδα συμμετέχει πλέον με αυξημένο ειδικό βάρος στις ευρωπαϊκές συζητήσεις για το μέλλον της ανταγωνιστικότητας, ενώ επισήμανε ότι η χώρα βρίσκεται σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, έχοντας ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και καταγράφοντας ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, όπως τόνισε, το μεγάλο στοίχημα παραμένει η ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Αναφερόμενος στις προοπτικές του κλάδου, ο κ. Πιερρακάκης εκτίμησε ότι τα επόμενα χρόνια θα ενταθούν οι επιχειρηματικές συνεργασίες, οι στρατηγικές συμπράξεις και οι συνέργειες στη βιομηχανία τροφίμων, καθώς οι απαιτήσεις για επενδύσεις σε έρευνα, τεχνολογία, αυτοματισμό και διεθνές branding αυξάνονται διαρκώς. Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη ανάπτυξης χρηματοδοτικών εργαλείων προσαρμοσμένων στις ανάγκες των μεσαίων παραγωγικών επιχειρήσεων.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ Ιωάννης Γιώτης έστειλε μήνυμα ότι η βιομηχανία τροφίμων δεν μπορεί να θεωρείται υπεύθυνη για την ακρίβεια στα ράφια. Όπως ανέφερε, οι σημερινές πληθωριστικές πιέσεις προέρχονται κυρίως από κατηγορίες μη επεξεργασμένων τροφίμων, όπως τα φρούτα, τα λαχανικά, το κρέας και τα ψάρια, και όχι από τα επώνυμα τυποποιημένα προϊόντα.
Στο πλαίσιο της συνέλευσης παρουσιάστηκαν στοιχεία μελέτης του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με τα οποία ο πληθωρισμός στα τρόφιμα διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 4,4%, με τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα να καταγράφουν αύξηση τιμών 9,2%, ενώ στα επεξεργασμένα τρόφιμα ο πληθωρισμός περιορίστηκε μόλις στο 0,6%.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ άσκησε επίσης κριτική στο επιχειρηματικό περιβάλλον, κάνοντας λόγο για αυξημένο παρεμβατισμό και συχνές αλλαγές στους κανόνες λειτουργίας της αγοράς, ενώ αναγνώρισε ως θετική εξέλιξη τον νέο αναπτυξιακό νόμο, υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις, εφόσον συνοδευτεί από ταχύτερη εφαρμογή και μεγαλύτερη σταθερότητα.






























