Η κυβέρνηση διατηρεί «παγωμένη» τη ρύθμιση για τις περικοπές στις συντάξεις χηρείας, επιχειρώντας να αποτρέψει ένα νέο κύμα κοινωνικών αντιδράσεων και να προστατεύσει το εισόδημα χιλιάδων δικαιούχων που στηρίζονται αποκλειστικά στις συντάξεις τους.
Ωστόσο, η διατήρηση της ρύθμισης σε «αναστολή» αποτελεί αδικία για χιλιάδες συνταξιούχους που έχουν ήδη υποστεί μειώσεις, κυρίως από το Δημόσιο και τον πρώην ΟΓΑ, την ώρα που στον ιδιωτικό τομέα οι περικοπές δεν έχουν ενεργοποιηθεί στην πράξη, παρά τις προβλέψεις του νόμου.
Το ζήτημα επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο μετά την πρόσφατη απόφαση του Συμβούλιο της Επικρατείας για την εφαρμογή του κανόνα της μίας εθνικής σύνταξης στις περιπτώσεις σώρευσης συντάξεων, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στο οικονομικό επιτελείο.
Παρά τις πιέσεις για πλήρη εφαρμογή των διατάξεων του νόμου Κατρούγκαλου, αρμόδιες πηγές ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός ενεργοποίησης της περικοπής που προβλέπει μείωση της σύνταξης χηρείας από το 70% στο 35% μετά την πάροδο τριών ετών, όταν ο δικαιούχος εργάζεται ή λαμβάνει δεύτερη σύνταξη. Η συγκεκριμένη διάταξη παραμένει ουσιαστικά ανενεργή στον ιδιωτικό τομέα εδώ και χρόνια, παρά το γεγονός ότι εφαρμόζεται ήδη σε συνταξιούχους του Δημοσίου και του πρώην ΟΓΑ.
Όπως επισημαίνει ο δικηγόρος Διονύσης Ρίζος, η εφαρμογή των συγκεκριμένων προβλέψεων θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές απώλειες εισοδήματος για δεκάδες χιλιάδες συνταξιούχους, κυρίως για χήρες και χαμηλοσυνταξιούχους που λαμβάνουν ταυτόχρονα σύνταξη χηρείας και δεύτερη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, σε περίπτωση πλήρους εφαρμογής της διάταξης για τη μία εθνική σύνταξη, πολλοί δικαιούχοι θα έχαναν από 50 έως και 350 ευρώ μηνιαίως.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να αποφύγει ένα διπλό πλήγμα στα εισοδήματα των συνταξιούχων. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η απόφαση του ΣτΕ που επιβεβαιώνει ότι σε περιπτώσεις διπλής σύνταξης καταβάλλεται μόνο μία εθνική σύνταξη. Από την άλλη, η εκκρεμότητα της περικοπής μετά την τριετία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες απώλειες για δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά.
Σύμφωνα με αρμόδιους παράγοντες του υπουργείου Εργασίας, μια ταυτόχρονη ενεργοποίηση και των δύο μέτρων θα προκαλούσε σοβαρή κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι συνολικές μειώσεις θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και το 40% του συνολικού εισοδήματος από συντάξεις, οδηγώντας πολλούς δικαιούχους σε οικονομικό αδιέξοδο.
Η σύνταξη χηρείας αποτελεί βασική πηγή διαβίωσης για χιλιάδες οικογένειες, ιδιαίτερα για γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που είτε εργάζονται μερικώς είτε λαμβάνουν χαμηλές προσωπικές συντάξεις. Σήμερα, κατά την πρώτη τριετία από τον θάνατο του ασφαλισμένου, ο δικαιούχος λαμβάνει το 70% της σύνταξης του θανόντος, ανεξάρτητα από το αν εργάζεται ή αν έχει δεύτερη σύνταξη. Μετά την τριετία, ο νόμος προβλέπει ότι το ποσοστό μειώνεται στο 35% εφόσον υπάρχει εργασία ή δεύτερη σύνταξη.
Η διαφορά στα ποσά είναι ιδιαίτερα σημαντική. Για παράδειγμα, σε σύνταξη θανόντος ύψους 1.200 ευρώ, ο δικαιούχος λαμβάνει αρχικά 840 ευρώ. Μετά την τριετία, το ποσό θα μπορούσε να περιοριστεί στα 420 ευρώ, δηλαδή να υπάρξει απώλεια 420 ευρώ κάθε μήνα. Αντίστοιχα, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει και προσωπική σύνταξη, η συνολική μείωση του εισοδήματος γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ο κ. Ρίζος τονίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και θεσμικό, καθώς έχει δημιουργηθεί ένα καθεστώς «δύο ταχυτήτων» μεταξύ των συνταξιούχων. Άλλοι έχουν ήδη υποστεί μειώσεις, κυρίως από το Δημόσιο και τον πρώην ΟΓΑ, ενώ στον ιδιωτικό τομέα οι περικοπές δεν έχουν ενεργοποιηθεί στην πράξη, παρά τις προβλέψεις του νόμου.
Το υπουργείο Εργασίας εξετάζει πλέον συνολική νομοθετική παρέμβαση, με στόχο να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο και να αποφευχθούν νέες ανατροπές για τους συνταξιούχους. Κυβερνητικές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι προτεραιότητα αποτελεί η διατήρηση της κοινωνικής ισορροπίας και η αποφυγή αιφνιδιαστικών μειώσεων σε ήδη επιβαρυμένα νοικοκυριά.
Παρά τις νομικές και δημοσιονομικές πιέσεις, όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση επιλέγει προς το παρόν να κρατήσει «παγωμένη» τη ρύθμιση, επιδιώκοντας να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει μια νέα εστία κοινωνικής δυσαρέσκειας σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής και οικονομικής αβεβαιότητας






























