Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ήδη επιβαρύνει με τουλάχιστον 25 δισ. δολάρια τις εισηγμένες επιχειρήσεις σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ασία, με το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και το μπλόκο στις εμπορικές διεξόδους μέσω των Στενών του Ορμούζ να προκαλούν ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία. Το μεγαλύτερο βάρος καταγράφεται στην Ευρώπη και την Ασία, όπου οι επιχειρήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα εκτεθειμένες λόγω της εξάρτησης από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες της περιοχής.
Σύμφωνα με αποτίμηση εταιρικών ανακοινώσεων, τουλάχιστον 279 εισηγμένες εταιρείες επικαλέστηκαν τον πόλεμο ως βασικό παράγοντα για τη λήψη έκτακτων μέτρων, προχωρώντας σε αυξήσεις τιμών, περιορισμό παραγωγής, αναστολή μερισμάτων και επαναγορών μετοχών, αλλά και σε περικοπές προσωπικού ή αιτήματα κρατικής στήριξης. Η εξέλιξη αυτή εντείνει τις ανησυχίες για επιδείνωση των προοπτικών ανάπτυξης το 2026, καθώς δεν διαφαίνεται άμεση αποκλιμάκωση της κρίσης.
Ιδιαίτερα ισχυρό είναι το πλήγμα για τον κλάδο των αερομεταφορών, ο οποίος επωμίζεται σχεδόν τα 15 από τα συνολικά 25 δισ. δολάρια του κόστους. Η σχεδόν διπλάσια τιμή των αεροπορικών καυσίμων έχει εκτινάξει τις δαπάνες λειτουργίας, πιέζοντας σημαντικά τα περιθώρια κερδοφορίας των αεροπορικών εταιρειών.
Παράλληλα, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ οδήγησε σε άνοδο περίπου 50% στις τιμές του πετρελαίου, με το αργό να ξεπερνά τα 100 δολάρια ανά βαρέλι. Την ίδια στιγμή, αυξήθηκαν τα ναυτιλιακά κόστη, περιορίστηκε η πρόσβαση σε πρώτες ύλες και διαταράχθηκαν βασικές εμπορικές διαδρομές, επηρεάζοντας την παγκόσμια ροή προϊόντων.
Μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, όπως η Procter & Gamble, η Karex και η Toyota, προειδοποιούν ήδη για παρατεταμένη πίεση στο κόστος, κάνοντας λόγο για τρίτο συνεχόμενο μήνα αυξημένων επιβαρύνσεων. Στον βιομηχανικό και χημικό κλάδο, σχεδόν 40 εταιρείες έχουν ήδη προαναγγείλει αυξήσεις τιμών λόγω της εξάρτησής τους από πετροχημικά προϊόντα της Μέσης Ανατολής.
Αναλυτές εκτιμούν ότι από το δεύτερο τρίμηνο του έτους οι πιέσεις στα περιθώρια κέρδους θα ενταθούν, καθώς οι επιχειρήσεις θα δυσκολεύονται περισσότερο να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, ενώ η αποτελεσματικότητα των στρατηγικών αντιστάθμισης κινδύνου θα μειώνεται. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να συντηρήσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη καταναλωτική εμπιστοσύνη.

























