Σημάδια επιβράδυνσης μετά από μια πολυετή περίοδο έντονης ανόδου αρχίζει να εμφανίζει η αγορά κατοικίας στην Αττική, με τις τιμές να παραμένουν ωστόσο σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Τα στοιχεία των μεσιτικών δικτύων δείχνουν ότι το πρώτο πεντάμηνο του 2026 η αγορά περνά σε μια πιο ώριμη φάση, όπου η ζήτηση γίνεται πιο επιλεκτική και οι αγοραστές περισσότερο προσεκτικοί απέναντι στο αυξημένο κόστος αγοράς.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Engel & Völkers Ελλάδας, η αγορά ακινήτων της Αθήνας απομακρύνεται πλέον από τη φάση της εκρηκτικής ανάπτυξης και εισέρχεται σε περίοδο «στρατηγικής ωρίμανσης». Η μέση τιμή πώλησης κατοικιών, τόσο για νεόδμητα όσο και για παλαιότερα ακίνητα, έχει ξεπεράσει τα 3.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ σε περιοχές υψηλής ζήτησης, όπως το Μαρούσι και η Νέα Σμύρνη, οι ετήσιες αυξήσεις εξακολουθούν να κινούνται σε διψήφια ποσοστά, φτάνοντας το 12% και 13% αντίστοιχα.
Την ίδια στιγμή, σε άλλες περιοχές όπου είχαν προηγηθεί έντονες ανατιμήσεις, η αύξηση των τιμών εμφανίζεται πλέον αισθητά πιο ήπια, σε αρκετές περιπτώσεις κάτω από το 4%-5%, στοιχείο που αποτυπώνει μια σταδιακή εξισορρόπηση της αγοράς.
Οι υψηλές αξίες ωθούν ολοένα περισσότερους αγοραστές σε μικρότερες κατοικίες με πιο λειτουργική διαρρύθμιση. Όπως επισημαίνει η Engel & Völkers, οικογένειες που παλαιότερα αναζητούσαν διαμερίσματα 120 τετραγωνικών μέτρων στρέφονται πλέον σε μικρότερες επιφάνειες, προκειμένου να ανταποκριθούν τόσο στο κόστος αγοράς όσο και στα αυξημένα έξοδα συντήρησης.
Παράλληλα, αλλάζει και το προφίλ των επενδυτών. Ο διευθύνων σύμβουλος της Engel & Völkers Ελλάδας, Γιώργος Πετράς, σημειώνει ότι η διεθνής επενδυτική κοινότητα εξακολουθεί να εμπιστεύεται την ελληνική αγορά, ωστόσο πλέον οι τοποθετήσεις γίνονται πιο στοχευμένα, με έμφαση σε ακίνητα υψηλών προδιαγραφών και μεγάλης προστιθέμενης αξίας. Όπως αναφέρει, η αγορά διαμορφώνεται πλέον σε «δύο ταχύτητες», καθώς τα ποιοτικά και ενεργειακά αποδοτικά ακίνητα διατηρούν υψηλή ζήτηση και υπεραξία, ενώ τα παλαιότερα ακίνητα που δεν ανταποκρίνονται στα σύγχρονα πρότυπα δυσκολεύονται να προσελκύσουν ενδιαφέρον.
Οι ακριβότερες περιοχές της Αττικής παραμένουν η Βουλιαγμένη, η Γλυφάδα, το Ψυχικό, η Φιλοθέη και το Κολωνάκι, ενώ στον αντίποδα πιο προσιτές περιοχές θεωρούνται η Αγία Βαρβάρα, οι Αχαρνές, το Πέραμα και τα Άνω Λιόσια. Ειδικά στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει έντονη, με τις τιμές στη Βουλιαγμένη να κυμαίνονται από 8.500 έως 12.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και στη Γλυφάδα από 5.300 έως 9.000 ευρώ.
Αυξημένη κινητικότητα καταγράφεται και σε μικρά ανακαινισμένα διαμερίσματα επιφάνειας 35 έως 50 τετραγωνικών μέτρων, καθώς πολλοί επενδυτές τα αξιοποιούν για βραχυχρόνια μίσθωση, ενώ σημαντικό ενδιαφέρον εξακολουθούν να συγκεντρώνουν και τα παλαιά ακίνητα προς ανακαίνιση.
Θετική πορεία συνεχίζει να εμφανίζει και ο Πειραιάς, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 11% σε ετήσια βάση, με τη μέση τιμή να διαμορφώνεται πλέον στα 2.967 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Αντίστοιχα, στο Περιστέρι το μέσο κόστος κατοικίας προσεγγίζει τα 3.400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, συμπεριλαμβανομένων των νεόδμητων ακινήτων.
Πιο συγκρατημένη εικόνα παρουσιάζει η έκθεση της REMAX Ελλάς, σύμφωνα με την οποία η μέση αύξηση των τιμών στην Αττική το 2025 περιορίστηκε στο 3,1% τόσο για τα νεόδμητα όσο και για τα παλαιότερα ακίνητα. Οι τιμές των νεόδμητων κατοικιών διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 3.822 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και των παλαιών στα 2.537 ευρώ.
Στο κέντρο της Αθήνας οι τιμές των νεόδμητων ενισχύθηκαν κατά 2,1%, ενώ στα βόρεια προάστια η άνοδος ήταν ακόμη πιο περιορισμένη, στο 1,1% για τα νεόδμητα και μόλις 0,5% για τα παλαιότερα ακίνητα. Αντίθετα, τα νότια προάστια εξακολουθούν να εμφανίζουν ισχυρότερες αντοχές, με αυξήσεις 4,3% στα νεόδμητα και 3,7% στα παλαιά διαμερίσματα.
Η συνολική εικόνα της αγοράς δείχνει ότι το ράλι των προηγούμενων ετών χάνει πλέον μέρος της δυναμικής του, χωρίς όμως να αλλάζει η βασική τάση διατήρησης των τιμών σε υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα στις περιοχές με ισχυρή ζήτηση και ποιοτικό οικιστικό απόθεμα.






























