Η έντονη εξάρτηση των δημόσιων εσόδων από τους έμμεσους φόρους αναδεικνύεται ως το βασικό χαρακτηριστικό της φορολογικής εικόνας το 2025, καθώς το 54,9% των συνολικών εσόδων προήλθε από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη δημοσιονομική της απόδοση στην κατανάλωση, καθιστώντας τα έσοδα ιδιαίτερα ευαίσθητα στις διακυμάνσεις των τιμών και της αγοραστικής συμπεριφοράς.
Η αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 26,87 δισ. ευρώ ή 6,7% σε σχέση με το 2024 συνδέεται άμεσα με αυτή τη δομή. Η άνοδος του πληθωρισμού και η γενικευμένη ακρίβεια οδήγησαν σε υψηλότερη ονομαστική αξία συναλλαγών, γεγονός που ενίσχυσε αυτόματα τις εισπράξεις από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους. Με άλλα λόγια, η αύξηση των εσόδων δεν προήλθε μόνο από μεγαλύτερο όγκο οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και από την ίδια την αύξηση των τιμών που διεύρυνε τη φορολογική βάση των έμμεσων φόρων.
Η κυριαρχία των έμμεσων φόρων αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής, καθώς επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε κατανάλωση. Την ίδια στιγμή, ενισχύει βραχυπρόθεσμα τα δημόσια ταμεία, δημιουργώντας όμως μια εύθραυστη ισορροπία που εξαρτάται από τη διατήρηση της κατανάλωσης σε υψηλά επίπεδα.
Η αύξηση των εσόδων από έμμεσους φόρους δεν περιορίζεται σε μεμονωμένους τομείς, αλλά αντανακλά μια γενικευμένη άνοδο της αγοράς. Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η επίδοση του κλάδου των κατασκευών, που σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτα μεγέθη, ενώ σημαντική ενίσχυση καταγράφηκε και σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τις μεταφορές, τις υπηρεσίες διοίκησης, την πληροφορική και την εστίαση. Παράλληλα, οι τομείς που συνδέονται με τον τουρισμό συνέχισαν να στηρίζουν την κατανάλωση, ενισχύοντας περαιτέρω τις εισπράξεις από ΦΠΑ.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από την εκτέλεση του προϋπολογισμού το πρώτο τρίμηνο του 2026. Με τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ και τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων να κινούνται πάνω από τον στόχο και τα φορολογικά έσοδα να αγγίζουν τα 17,2 δισ. ευρώ, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στα 4,369 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 1,637 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η υπεραπόδοση αυτή περιορίζεται αισθητά όταν αφαιρεθούν έκτακτοι και ετεροχρονισμένοι παράγοντες.
Συγκεκριμένα, εξαιρώντας ποσό 1,111 δισ. ευρώ που αφορά σε ετεροχρονισμένες πληρωμές, καθώς και 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση του τιμήματος για την παραχώρηση άδειας καζίνο στο Ελληνικό, η υπέρβαση στο πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώνεται σε 391 εκατ. ευρώ. Τα συνολικά φορολογικά έσοδα για την περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου 2026 ανήλθαν σε 17,182 δισ. ευρώ, περιλαμβάνοντας 306 εκατ. ευρώ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού και τα προαναφερθέντα 135 εκατ. ευρώ.



























