Η Ελλάδα εμφανίζει τη μεγαλύτερη εξάρτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση από εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων προερχόμενων από χώρες του Περσικού Κόλπου, καθώς το 25,4% των συνολικών εισαγωγών καυσίμων της προέρχεται από την περιοχή, ποσοστό υπερτετραπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ-27 που διαμορφώνεται στο 6,1%. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΟΒΕ, η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη σχετική έκθεση μεταξύ των κρατών-μελών, με την Ιταλία και την Ιρλανδία να ακολουθούν σημαντικά χαμηλότερα, στο 9,5% και 9,1% αντίστοιχα.
Οι συνολικές ετήσιες εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων της χώρας –συμπεριλαμβανομένων αργού πετρελαίου, φυσικού αερίου και προϊόντων διύλισης– ανήλθαν κατά μέσο όρο σε περίπου 19 δισ. ευρώ την περίοδο 2023-2025, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το ένα τέταρτο του συνόλου των εισαγωγών αγαθών. Την ίδια περίοδο, οι ελληνικές εξαγωγές ενεργειακών προϊόντων διαμορφώθηκαν σε περίπου 13 δισ. ευρώ ετησίως, καλύπτοντας περίπου τα δύο τρίτα της αξίας των αντίστοιχων εισαγωγών και αντιστοιχώντας επίσης στο 25% των συνολικών εξαγωγών αγαθών.
Ιδιαίτερα υψηλή είναι η εξάρτηση της Ελλάδας από το Ιράκ, το οποίο καλύπτει το 96,8% των ελληνικών εισαγωγών καυσίμων από τις χώρες του Κόλπου. Το στοιχείο αυτό καθιστά την ελληνική αγορά περισσότερο εκτεθειμένη από άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες σε ενδεχόμενες διαταραχές στις ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ, δεδομένου ότι το Ιράκ συγκαταλέγεται στις χώρες των οποίων οι εξαγωγές επηρεάζονται άμεσα από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο.
Παράλληλα, η Ελλάδα εισάγει επιπλέον το 5,4% των καυσίμων της από τη Σαουδική Αραβία, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, που διαμορφώνεται στο 4,6%. Ωστόσο, η περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας εξετάζεται χωριστά, καθώς διαθέτει εναλλακτικές εξαγωγικές οδούς μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, περιορίζοντας την εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ.
Παρά τη σημαντική έκθεση της χώρας, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά περιθώρια διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ελληνικής αγοράς πετρελαιοειδών, τα εγχώρια διυλιστήρια διαθέτουν αποθέματα που επαρκούν για τουλάχιστον δύο μήνες, με δυνατότητα επέκτασης έως και έξι μήνες μέσω σταδιακής αναπλήρωσης. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι έχει ήδη προχωρήσει διαφοροποίηση προμηθευτών, ενώ μεγάλοι όμιλοι διύλισης δηλώνουν πως μπορούν να αντικαταστήσουν έως και το σύνολο των ποσοτήτων που σήμερα προέρχονται από το Ιράκ με εισαγωγές από την Αίγυπτο, τη Λιβύη και τη Βόρεια Θάλασσα.
Πέραν της ενέργειας, περιορισμένη παραμένει η εξάρτηση της Ελλάδας από τις χώρες του Κόλπου σε άλλους κρίσιμους τομείς. Οι εισαγωγές βασικών μετάλλων από την περιοχή αντιστοιχούν στο 6,9% των συνολικών εισαγωγών του κλάδου, ενώ στον άνθρακα και τον λιγνίτη το ποσοστό διαμορφώνεται στο 3,1%. Στον τομέα των λιπασμάτων, η έκθεση είναι σχεδόν μηδενική, καθώς η Ελλάδα προμηθεύεται κυρίως από χώρες εκτός Κόλπου, με την Αίγυπτο να αποτελεί τον βασικό προμηθευτή.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι, αν και η Ελλάδα παραμένει η πλέον εκτεθειμένη ευρωπαϊκή οικονομία στις ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο, η δυνατότητα εναλλακτικού εφοδιασμού και τα διαθέσιμα αποθέματα λειτουργούν ως σημαντικό ανάχωμα έναντι πιθανών γεωπολιτικών αναταράξεων στην περιοχή.



























