Η πρόσφατη διόρθωση του χρυσού αποκαλύπτει μια σπάνια μεταστροφή στην παγκόσμια αγορά πολύτιμων μετάλλων, καθώς ορισμένες κεντρικές τράπεζες περνούν από χρόνια συνεχών αγορών σε πωλήσεις αποθεμάτων, υπό την πίεση των δημοσιονομικών και νομισματικών αναγκών που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν.
Η τιμή spot του χρυσού, η οποία διαπραγματεύεται περίπου στα 4.838 δολάρια ανά ουγγιά, έχει υποχωρήσει κατά περίπου 10% από το υψηλό του τέλους Ιανουαρίου, εισερχόμενη σε ζώνη διόρθωσης, παρά την έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Η πτώση αυτή σηματοδοτεί μια εντυπωσιακή ανατροπή σε σχέση με το περσινό ράλι, όταν οι αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες στήριζαν τις τιμές παρά την άνοδο των επιτοκίων.
Όπως δήλωσε στο CNBC η επικεφαλής στρατηγικής μετάλλων της MKS Pamp, Νίκι Σιλς, «υπήρξαν αξιοσημείωτες πωλήσεις χρυσού από κεντρικές τράπεζες μέσω ορισμένων συμμετεχόντων στην αγορά». Σύμφωνα με αναλυτές, οι εξελίξεις συνδέονται άμεσα με τις πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος: η άνοδος των τιμών της ενέργειας επιβαρύνει τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές πετρελαίου, ενώ η μεταβλητότητα στις συναλλαγματικές ισοτιμίες αναγκάζει πολλές νομισματικές αρχές να παρεμβαίνουν πιο επιθετικά στις αγορές συναλλάγματος.
Παράλληλα, η εκτίναξη των αμυντικών και ενεργειακών δαπανών ωθεί ορισμένες χώρες να αξιοποιήσουν τα αποθέματα χρυσού τους. «Πολλές κεντρικές τράπεζες κάθονταν πάνω σε έναν εξαιρετικά προσοδοφόρο κουμπαρά, με τον χρυσό κοντά στα 5.000 δολάρια ανά ουγγιά», ανέφερε η Σιλς, σημειώνοντας ότι αρκετές χρησιμοποιούν πλέον τα αποθέματά τους για να καλύψουν αυξημένες ενεργειακές και αμυντικές δαπάνες ή για να στηρίξουν εξασθενημένα νομίσματα.
Στην πρώτη γραμμή αυτής της τάσης βρίσκονται κυρίως αναδυόμενες οικονομίες, όπου η ενίσχυση του δολαρίου και το αυξημένο κόστος δανεισμού εντείνουν την πίεση στα τοπικά νομίσματα. Ο επικεφαλής επενδύσεων της Standard Chartered, Στιβ Μπράις, τόνισε ότι «η αδυναμία των νομισμάτων στις αναδυόμενες αγορές έχει οδηγήσει ορισμένες κεντρικές τράπεζες στην πώληση χρυσού για τη σταθεροποίηση των ισοτιμιών».
Η Τουρκία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μέχρι στιγμής για το 2026, με τα επίσημα αποθέματα χρυσού της να μειώνονται κατά 131 τόνους τον Μάρτιο μέσω swaps και άμεσων πωλήσεων, καθώς οι αρχές επιχειρούσαν να στηρίξουν τη λίρα. Το τουρκικό νόμισμα έχει καταγράψει νέα ιστορικά χαμηλά από την έναρξη της σύρραξης με το Ιράν, υποχωρώντας περίπου 1,7% έναντι του δολαρίου. Αντίστοιχες κινήσεις καταγράφονται και σε άλλες χώρες, όπως η Ρωσία, η οποία φέρεται να μειώνει αποθέματα για τη χρηματοδότηση δημοσιονομικών ελλειμμάτων, αλλά και η Γκάνα, που προχώρησε σε πωλήσεις για ενίσχυση της ρευστότητας σε ξένο συνάλλαγμα.
Η μεταστροφή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι κεντρικές τράπεζες υπήρξαν τα τελευταία χρόνια ένας από τους βασικότερους πυλώνες στήριξης της αγοράς χρυσού. Από το 2022 έως και το 2024 αγόραζαν πάνω από 1.000 τόνους ετησίως, στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί ποτέ, σύμφωνα με το World Gold Council. Το 2025 οι αγορές υποχώρησαν στους 863 τόνους, εν μέσω ακραίας μεταβλητότητας στις τιμές.
Οι αναλυτές της Natixis εκτιμούν ότι η πρόσφατη πτώση του χρυσού οφείλεται εν μέρει στις πωλήσεις από κεντρικές τράπεζες για στήριξη νομισμάτων και χρηματοδότηση ενεργειακών αναγκών, σε συνδυασμό με την έξοδο ιδιωτών επενδυτών από θέσεις στον χρυσό και την άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, που μειώνει την ελκυστικότητα του μη αποδοτικού μετάλλου.
Ωστόσο, παρά τη βραχυπρόθεσμη πίεση, ειδικοί του κλάδου υπογραμμίζουν ότι οι κινήσεις αυτές δεν σηματοδοτούν απαραίτητα δομική αλλαγή στη στάση των κεντρικών τραπεζών απέναντι στον χρυσό. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής κεντρικών τραπεζών του World Gold Council, Σαοκάι Φαν, οι πωλήσεις αυτές «αναδεικνύουν ακριβώς γιατί οι κεντρικές τράπεζες διακρατούν χρυσό: επειδή είναι ένα ρευστό περιουσιακό στοιχείο που αποδίδει καλά σε περιόδους αβεβαιότητας και μπορεί να αξιοποιηθεί όταν χρειαστεί».
Την ίδια ώρα, η αγορά αναμένει ότι μεγάλοι αγοραστές όπως η Κίνα θα μπορούσαν να επιστρέψουν δυναμικά σε περίπτωση περαιτέρω πτώσης των τιμών, περιορίζοντας ενδεχομένως τις απώλειες και δημιουργώντας ένα νέο «πάτωμα» για την αγορά.





























