Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα υποχώρησε το 2025 η απόκλιση των ελληνικών επιτοκίων δανεισμού από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το spread σε στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια να περιορίζεται κάτω από τη μισή ποσοστιαία μονάδα, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Ειδικότερα, το μέσο κόστος δανεισμού των νοικοκυριών για αγορά κατοικίας διαμορφώθηκε μόλις 29 μονάδες βάσης υψηλότερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ζώνης του Ευρώ, έναντι 39 μονάδων βάσης το 2024. Αντίστοιχα, για τις επιχειρήσεις η απόκλιση περιορίστηκε στις 47 μονάδες βάσης από 69 μονάδες το προηγούμενο έτος, καταγράφοντας ιστορικά χαμηλό επίπεδο.
Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι το πραγματικό κόστος χρηματοδότησης είναι ακόμη χαμηλότερο, καθώς σημαντικό μέρος των νέων δανείων χορηγήθηκε μέσω συγχρηματοδοτούμενων ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Συγκεκριμένα, σχεδόν ένα στα τρία νέα δάνεια που εκταμιεύθηκαν το 2025 προήλθε από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα εκφράζει επιφυλάξεις για την πορεία των επιτοκίων το επόμενο διάστημα, προειδοποιώντας ότι η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να ασκήσει ανοδικές πιέσεις στο κόστος δανεισμού. Ήδη το euribor τριμήνου κινείται στο 2,2% από 2% στις αρχές Μαρτίου, ενσωματώνοντας στις αγορές τις προσδοκίες για νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ, με πιθανότητα δεύτερης παρέμβασης το φθινόπωρο, ανάλογα με τις πληθωριστικές πιέσεις που θα προκαλέσουν οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις.
Καθοριστική αποδείχθηκε η συμβολή των κρατικών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων και στη στεγαστική πίστη, καθώς πάνω από το 35% της αξίας των νέων στεγαστικών δανείων συνδέθηκε με τα προγράμματα «Σπίτι μου ΙΙ» και «Αναβαθμίζω το σπίτι μου», τα οποία προσφέρουν ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης σε σχέση με τα συμβατικά τραπεζικά προϊόντα.
Στο μέτωπο της επιχειρηματικής χρηματοδότησης, τα δάνεια μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας ανήλθαν σε 7,5 δισ. ευρώ το 2025, αντιπροσωπεύοντας το 29% των συνολικών επιχειρηματικών εκταμιεύσεων, από 27% το 2024. Από αυτά, 3,5 δισ. ευρώ αφορούσαν το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ 4 δισ. ευρώ διοχετεύθηκαν μέσω ΕΤΕΠ και ΕΑΤ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η στήριξη των μικρότερων επιχειρήσεων, καθώς το 75% των σχετικών πόρων, ή περίπου 3 δισ. ευρώ, κατευθύνθηκε σε πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τον κρίσιμο ρόλο των χρηματοδοτικών εργαλείων στη βελτίωση της πρόσβασης των ΜΜΕ σε τραπεζικό δανεισμό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνθήκες χρηματοδότησης παραμένουν αυστηρές.
Παράλληλα, το 40% των νέων επιχειρηματικών δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνδέθηκε με προγράμματα χρηματοδοτικής στήριξης, ποσοστό σημαντικά αυξημένο σε σχέση με το 25% του 2023. Ενδεικτικό της στόχευσης των μέτρων αποτελεί το γεγονός ότι στο πλαίσιο του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, άνω του 90% των δανείων κατευθύνθηκε σε επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών κάτω των 10 εκατ. ευρώ και προσωπικό μικρότερο των 50 εργαζομένων.





























