Απαγορευτική καθίσταται για τα μεσαία εισοδήματα η αγορά πρώτης κατοικίας στο μεγαλύτερο μέρος της Αττικής, σύμφωνα με ανάλυση της Τράπεζα της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε στην ετήσια έκθεσή της. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα πιεστική πραγματικότητα, καθώς η μηνιαία δόση ενός στεγαστικού δανείου υπερβαίνει σε πολλές περιπτώσεις τις οικονομικές αντοχές ενός μέσου νοικοκυριού, ιδίως στα νότια και βόρεια προάστια, αλλά και στις ακριβές –κυρίως τουριστικές– περιοχές του κέντρου της Αθήνα.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι ακόμη και νοικοκυριά που πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια δανειοδότησης, εξαιρουμένων δηλαδή των χαμηλών εισοδημάτων ή όσων έχουν επιπλέον οφειλές, δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία μέσω δανεισμού. Πρόκειται για ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης, η οποία επιχειρεί για πρώτη φορά να αποτυπώσει συστηματικά την πραγματική δυνατότητα πρόσβασης στην αγορά κατοικίας στην Αττική, όπου εντοπίζεται και η μεγαλύτερη πίεση λόγω της παρατεταμένης ανόδου των τιμών.
Για τον σκοπό αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος εισήγαγε τον Δείκτη Ικανότητας Στεγαστικής Χρηματοδότησης, ο οποίος μετρά κατά πόσο ένα νοικοκυριό μπορεί να εξυπηρετεί στεγαστικό δάνειο για μια κατοικία μέσης αξίας. Όταν ο δείκτης διαμορφώνεται στο 1 ή υψηλότερα, η αγορά θεωρείται προσιτή, καθώς η δόση δεν ξεπερνά το 25% του εισοδήματος. Αντίθετα, τιμές κάτω από τη μονάδα υποδηλώνουν μη προσιτές συνθήκες.
Στην Αττική, ο δείκτης κυμαίνεται μεταξύ 0,7 και 1,4, επίπεδα που χαρακτηρίζονται ως οριακής έως χαμηλής προσιτότητας. Η καλύτερη εικόνα καταγράφεται στα δυτικά προάστια, όπου η πρόσβαση σε στεγαστικό δανεισμό παραμένει συγκριτικά ευκολότερη, ενώ στον αντίποδα τα νότια προάστια εμφανίζονται ως η λιγότερο προσιτή περιοχή. Κάτω από το όριο της μονάδας κινούνται και τα βόρεια προάστια, ενώ ο Πειραιάς και άλλες περιοχές της Αττικής εμφανίζουν οριακά καλύτερη εικόνα.
Στο κέντρο της Αθήνας καταγράφεται έντονη διαφοροποίηση. Συνοικίες όπως τα Κάτω Πατήσια, η Κυψέλη και ο Άγιος Νικόλαος παραμένουν σχετικά πιο προσιτές, σε αντίθεση με το ιστορικό και τουριστικό κέντρο –περιοχές όπως το Κουκάκι ή το εμπορικό τρίγωνο– όπου ακόμη και τα μεσαία εισοδήματα δυσκολεύονται να υποστηρίξουν την αποπληρωμή δανείου, εκτός από περιορισμένες φθηνότερες επιλογές.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά θεωρούνται τα ευρήματα αν ληφθούν υπόψη τα αυστηρά κριτήρια της ανάλυσης. Το εξεταζόμενο δάνειο δεν υπερβαίνει τα 25 έτη και καλύπτει έως το 60% της αξίας του ακινήτου, γεγονός που προϋποθέτει σημαντική ίδια συμμετοχή της τάξης του 40%, ένα εμπόδιο που από μόνο του αποκλείει μεγάλο μέρος των νοικοκυριών.
Ακόμη και στις περιοχές που θεωρούνται πιο προσιτές, η εικόνα δεν είναι ιδανική, καθώς τα διαθέσιμα ακίνητα είναι συχνά παλαιά και απαιτούν πρόσθετες δαπάνες για ανακαίνιση, αυξάνοντας περαιτέρω το συνολικό κόστος απόκτησης.
Παράλληλα, η έκθεση αναγνωρίζει ότι τα προγράμματα στήριξης, όπως το «Σπίτι μου Ι και ΙΙ» και η επιδότηση ενοικίου, κινούνται προς τη σωστή κοινωνική κατεύθυνση, ωστόσο εκτιμά ότι ενισχύουν τη ζήτηση, ασκώντας επιπλέον πιέσεις στις τιμές. Την ίδια στιγμή, μέτρα όπως οι περιορισμοί στο πρόγραμμα Golden Visa και τα κίνητρα για αξιοποίηση κενών ή εγκαταλελειμμένων ακινήτων αξιολογούνται θετικά, καθώς μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση της προσφοράς και στη σταδιακή εξομάλυνση της αγοράς κατοικίας.






























