Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων θέτει ως στρατηγικό στόχο έως το τέλος του 2029 τη σημαντική αναμόρφωση της εικόνας των δηλωθέντων εισοδημάτων των ελεύθερων επαγγελματιών, επιδιώκοντας τη μείωση κατά 40% του ποσοστιαίου κενού μεταξύ πραγματικών και δηλωμένων αποδοχών.
Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στον περιορισμό της χρόνιας απόκλισης που καταγράφεται στη φορολογική συμπεριφορά των φυσικών προσώπων με επιχειρηματική δραστηριότητα, με τις εκτιμήσεις να συγκλίνουν ότι θα οδηγήσει σε αισθητή αύξηση των εισοδημάτων που εμφανίζονται στις φορολογικές δηλώσεις.
Η ανάγκη παρέμβασης προκύπτει από τα υφιστάμενα δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία περισσότεροι από τους μισούς ελεύθερους επαγγελματίες δηλώνουν ετήσια εισοδήματα κάτω των 10.000 ευρώ, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που εμφανίζουν ακόμη και μηδενικά κέρδη. Στο πλαίσιο της νέας στόχευσης, αναμένεται σταδιακή «διόρθωση» των δηλώσεων προς υψηλότερα επίπεδα, με επαγγελματίες που σήμερα δηλώνουν εισοδήματα 5.000 έως 6.000 ευρώ να εμφανίζουν έως το 2029 ποσά που θα προσεγγίζουν ή και θα υπερβαίνουν τις 10.000 έως 12.000 ευρώ, αντανακλώντας μεγαλύτερο μέρος της πραγματικής οικονομικής τους δραστηριότητας.
Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα περιορίσει δραστικά τις περιπτώσεις εξαιρετικά χαμηλών ή μηδενικών δηλώσεων, ιδιαίτερα σε κλάδους με έντονη καθημερινή δραστηριότητα όπως η εστίαση, τα τεχνικά επαγγέλματα και οι υπηρεσίες υγείας. Παράλληλα, αναμένεται να μεταβάλει τη συνολική κατανομή των εισοδημάτων, ενισχύοντας τη μεσαία κατηγορία δηλωθέντων αποδοχών και περιορίζοντας την εικόνα εκτεταμένης «φτωχοποίησης» που αποτυπώνεται σήμερα στα φορολογικά στοιχεία.
Η προσαρμογή αυτή δεν θα είναι χωρίς συνέπειες, καθώς εκτιμάται ότι θα περιοριστεί η πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές που συνδέονται με χαμηλά δηλωμένα εισοδήματα, ενώ ταυτόχρονα θα μειωθεί η υφιστάμενη ανισορροπία μεταξύ μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών ως προς τη φορολογική επιβάρυνση. Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η επίτευξη του στόχου αναμένεται να συμβάλει στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στην ενίσχυση των δημοσίων εσόδων, δημιουργώντας παράλληλα ένα πιο διαφανές πλαίσιο λειτουργίας στην αγορά.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΑΑΔΕ αποτυπώνουν μια έντονα στρεβλή εικόνα της αγοράς. Ένας στους τρεις επαγγελματίες εμφανίζει ετήσιο κύκλο εργασιών έως 30.000 ευρώ, ενώ μόλις το 17% δηλώνει εισπράξεις άνω των 100.000 ευρώ. Την ίδια στιγμή, βασικά τεχνικά επαγγέλματα όπως υδραυλικοί, μαραγκοί και ηλεκτρολόγοι καταγράφουν δηλωθέντες τζίρους μεταξύ 34.000 και 39.000 ευρώ, παρά τη σταθερή και συχνά αυξημένη ζήτηση των υπηρεσιών τους.
Στην κορυφή της κατάταξης ως προς τους υψηλότερους μέσους τζίρους βρίσκονται οι φαρμακοποιοί, οι καπνέμποροι και οι πρατηριούχοι καυσίμων, ενώ στον αντίποδα καταγράφονται δραστηριότητες όπως η επισκευή ρολογιών και κοσμημάτων, με μέσο ετήσιο κύκλο εργασιών μόλις 5.238 ευρώ. Ειδικότερα, στο χονδρικό εμπόριο καπνού ο μέσος τζίρος υπερβαίνει το 1,2 εκατ. ευρώ, ενώ στο λιανικό εμπόριο καυσίμων προσεγγίζει τις 628.000 ευρώ. Οι φαρμακοποιοί εμφανίζουν μέσο τζίρο άνω των 300.000 ευρώ, την ώρα που οι ιδιοκτήτες μπαρ κινούνται κοντά στις 49.000 ευρώ και οι γιατροί περίπου στις 44.800 ευρώ. Αντίθετα, οι δικηγόροι δηλώνουν κατά μέσο όρο περίπου 27.000 ευρώ, οι οδηγοί ταξί περίπου 23.000 ευρώ, ενώ μεσίτες και αρχιτέκτονες παραμένουν κάτω από τις 20.000 ευρώ.
Καθοριστική για την κατανόηση των στοιχείων είναι η διάκριση μεταξύ κύκλου εργασιών και δηλωθέντος εισοδήματος. Ο τζίρος αφορά το σύνολο των εσόδων πριν την αφαίρεση των εξόδων, ενώ το δηλωθέν εισόδημα αντιστοιχεί στο καθαρό κέρδος μετά την αφαίρεση λειτουργικών δαπανών, όπως ενοίκια, μισθοί και λοιπά κόστη. Με δεδομένο ότι τα καθαρά κέρδη συχνά δεν υπερβαίνουν το ένα τρίτο των ακαθάριστων εσόδων, προκύπτει ότι περισσότεροι από τους μισούς επαγγελματίες φορολογούνται τελικά με βάση τα τεκμήρια και όχι τα δηλωθέντα εισοδήματα, στοιχείο που επιβεβαιώνει την απόσταση μεταξύ πραγματικής και δηλωμένης οικονομικής δραστηριότητας.

































