Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου αυξήθηκε αισθητά μέσα στον μήνα που διαρκεί η κρίση στην Μέση Ανατολή, καταγράφοντας άνοδο περίπου 0,76%, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντική πτώση των τιμών των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά.
Αντίστοιχη άνοδος σημειώθηκε και στα ομόλογα μικρότερης και μεγαλύτερης διάρκειας, γεγονός που δείχνει ότι η μεταβολή δεν ήταν συγκυριακή αλλά επηρέασε συνολικά το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου σε όλες τις διάρκειες. Η άνοδος ήταν μεγαλύτερη στη μεσαία και μακροπρόθεσμη διάρκεια (5–15 έτη), γεγονός που δείχνει ότι οι αγορές προεξοφλούν υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο.
Ειδικότερα, στις 26 Φεβρουαρίου 2026, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου βρισκόταν στο 3,306%, ενώ στις 27 Μαρτίου 2026 αυξήθηκε στο 4,064%, σημειώνοντας άνοδο περίπου +0,76 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν μήνα. Αντίστοιχα, σημαντική αύξηση σημειώθηκε και στα υπόλοιπα ελληνικά ομόλογα:
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση. Οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας αυξήθηκαν επίσης σημαντικά την ίδια περίοδο.
Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή επηρέασε σημαντικά τις διεθνείς αγορές, κυρίως μέσω της ανόδου των τιμών της ενέργειας και των αυξημένων πληθωριστικών προσδοκιών. Οι αγορές άρχισαν να προεξοφλούν ότι οι κεντρικές τράπεζες, και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα καθυστερήσουν τις μειώσεις επιτοκίων ή θα διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε πτώση των τιμών των κρατικών ομολόγων και άνοδο των αποδόσεων σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Παρά τη σημαντική άνοδο των αποδόσεων, το spread της Ελλάδας δεν παρουσίασε μεγάλη επιδείνωση, γεγονός που δείχνει ότι η άνοδος των ελληνικών αποδόσεων ήταν κυρίως αποτέλεσμα της γενικής ανόδου των επιτοκίων στην Ευρωζώνη και όχι αύξησης του ειδικού κινδύνου της χώρας.
Συγκεκριμένα, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου αυξήθηκε αισθητά μέσα στον μήνα, ωστόσο την ίδια περίοδο αυξήθηκε και η απόδοση του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου, το οποίο αποτελεί το σημείο αναφοράς (benchmark) για την Ευρωζώνη. Ως αποτέλεσμα, το spread μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας παρέμεινε σχετικά σταθερό, κινούμενο περίπου στην περιοχή των 90 έως 95 μονάδων βάσης. Η μικρή μόνο μεταβολή του spread υποδηλώνει ότι οι επενδυτές δεν διαφοροποίησαν σημαντικά την αντίληψή τους για τον πιστωτικό κίνδυνο της Ελλάδας, αλλά επανατιμολόγησαν συνολικά τα ευρωπαϊκά ομόλογα λόγω των μακροοικονομικών και γεωπολιτικών εξελίξεων.































