Σε 8,3% διαμορφώθηκε το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή. Την ίδια περίοδο οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4.352.366 άτομα, καταγράφοντας μείωση 1,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά αύξηση 1,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024.
Ο αριθμός των ανέργων διαμορφώθηκε σε 394.894 άτομα, σημειώνοντας μικρή αύξηση κατά 0,4% σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2025, αλλά σημαντική μείωση κατά 12,1% σε ετήσια βάση. Το ποσοστό ανεργίας στο προηγούμενο τρίμηνο ήταν 8,2%, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα, το τέταρτο τρίμηνο του 2024, ανερχόταν σε 9,5%.
Την ίδια περίοδο, τα άτομα που βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού –δηλαδή όσοι δεν εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία– ανήλθαν σε 4.250.648. Από αυτούς, τα άτομα ηλικίας κάτω των 75 ετών ανέρχονται σε 3.002.142, παρουσιάζοντας αύξηση 1,4% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μείωση 1,6% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024.
Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων απασχολείται ως μισθωτοί, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 72,5% του συνόλου των απασχολουμένων, ενώ σημαντικό είναι και το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό, που φτάνει το 17,4%. Παράλληλα, το 7,6% των εργαζομένων είναι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό και το 2,5% απασχολούνται ως βοηθοί σε οικογενειακές επιχειρήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις μορφές απασχόλησης, η πλήρης απασχόληση εξακολουθεί να κυριαρχεί, καθώς το 94,7% των εργαζομένων εργάζονται με πλήρες ωράριο, ενώ το ποσοστό της μερικής απασχόλησης διαμορφώνεται στο 5,3%. Η μερική απασχόληση εμφανίζεται αυξημένη κατά 6,3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά μειωμένη κατά 3,6% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024.
Αναφορικά με το είδος της εργασιακής σχέσης, το 91,1% των μισθωτών διαθέτουν μόνιμη εργασία, ενώ το 8,9% εργάζονται με προσωρινές συμβάσεις. Η προσωρινή απασχόληση μειώθηκε σημαντικά κατά 16,6% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ωστόσο σε ετήσια βάση εμφανίζεται αυξημένη κατά 16,7%.
Σε επίπεδο επαγγελμάτων, τα μεγαλύτερα ποσοστά συγκεντρώνονται στους εργαζομένους στην παροχή υπηρεσιών και στις πωλήσεις, που αντιστοιχούν στο 22,6% των απασχολουμένων, καθώς και στους επαγγελματίες, οι οποίοι αποτελούν το 22,1% του συνόλου. Ακολουθούν οι υπάλληλοι γραφείου με 11,6% και οι ειδικευμένοι τεχνίτες με 9,9%. Η μεγαλύτερη αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο καταγράφεται στους τεχνικούς και σε συναφή επαγγέλματα, ενώ τη μεγαλύτερη μείωση παρουσιάζουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και οι εργαζόμενοι στην παροχή υπηρεσιών και τις πωλήσεις.
Από την πλευρά των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας, το μεγαλύτερο ποσοστό απασχολουμένων καταγράφεται στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο και στην επισκευή οχημάτων, όπου εργάζονται 785.900 άτομα, που αντιστοιχούν στο 18,1% του συνόλου. Ακολουθούν η μεταποίηση με 426.500 εργαζόμενους και οι δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης με 377.000 απασχολούμενους.
Στον αντίποδα, σημαντική μείωση παρατηρείται στον πρωτογενή τομέα. Στον κλάδο της γεωργίας, της δασοκομίας και της αλιείας οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 377.500 άτομα, καταγράφοντας πτώση 16,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Αντίθετα, ισχυρή αύξηση καταγράφεται στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, όπου η απασχόληση αυξήθηκε κατά 21,1% σε ετήσια βάση.
Σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά της ανεργίας, βασικός λόγος για τον οποίο οι άνεργοι σταμάτησαν την τελευταία τους εργασία είναι η λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου, που αφορά το 33,8% των περιπτώσεων. Παράλληλα, το 18,6% των ανέργων δεν έχει εργαστεί ποτέ στο παρελθόν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι το 58% των ανέργων είναι μακροχρόνια άνεργοι, δηλαδή αναζητούν εργασία για περισσότερο από έναν χρόνο. Η πλειονότητα των ανέργων έχει ολοκληρώσει έως δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ μόνο το 15,1% δηλώνει ότι λαμβάνει επίδομα ή βοήθημα από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται στις Περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας και Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ τα χαμηλότερα εμφανίζονται στα Ιόνια Νησιά.




























