Με τη δημιουργία της Γενικής Διεύθυνσης Δυνάμεων Ελέγχου Οικονομικών Συναλλαγών (ΔΕΟΣ) ενισχύει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων το οπλοστάσιό της στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, επιστρατεύοντας μια νέα, ειδικά εκπαιδευμένη ομάδα κρούσης για υποθέσεις υψηλής δυσκολίας και αυξημένου ρίσκου. Πρόκειται για το «βαρύ πυροβολικό» των ελεγκτικών μηχανισμών, που αναλαμβάνει στοχευμένες επιχειρήσεις κατά οργανωμένων κυκλωμάτων απάτης, εκτεταμένης φοροδιαφυγής και παράνομης διακίνησης προϊόντων.
Οι ελεγκτές της ΔΕΟΣ θα επιχειρούν με ειδικές στολές, εξοπλισμό ασφαλείας και φορητές κάμερες, ενώ στους ελέγχους θα αξιοποιούνται σύγχρονα τεχνολογικά εργαλεία, όπως drones, ψηφιακοί χάρτες και προηγμένα συστήματα ανάλυσης δεδομένων. Στόχος είναι η άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση σε υποθέσεις όπου απαιτείται ταχύτητα, ακρίβεια και επιχειρησιακή ετοιμότητα, ακόμη και σε περιβάλλοντα με αυξημένες δυσκολίες.
Η νέα υπηρεσία τίθεται σε πλήρη λειτουργία από τις 16 Μαρτίου 2026 και στελεχώνεται με νέους ελεγκτές, ενώ το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται να ολοκληρωθεί η επιλογή και η τοποθέτηση των επικεφαλής σε επίπεδο διεύθυνσης και υποδιεύθυνσης. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΑΑΔΕ, η ΔΕΟΣ θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις υφιστάμενες ελεγκτικές δομές, αναλαμβάνοντας τις πιο σύνθετες και απαιτητικές υποθέσεις.
Στο ελεγκτικό πεδίο, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ενδοκοινοτικές απάτες ΦΠΑ και στα κυκλώματα τύπου carousel, καθώς και στον εντοπισμό των λεγόμενων «εξαφανισμένων εμπόρων». Παράλληλα, στο μικροσκόπιο μπαίνουν προϊόντα που υπάγονται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, με ελέγχους που καλύπτουν ολόκληρη την αλυσίδα, από τη διακίνηση έως τις εισαγωγές και τις εξαγωγές.
Στις αρμοδιότητες της ΔΕΟΣ περιλαμβάνονται επίσης έλεγχοι σε πλοία εντός των χωρικών υδάτων, η επανεξέταση παλαιών υποθέσεων με βάση νέα στοιχεία και η στενή συνεργασία με αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε περιπτώσεις μεγάλης φοροδιαφυγής, οι ελεγκτές της ΔΕΟΣ θα έχουν τη δυνατότητα να προχωρούν άμεσα στη λήψη προληπτικών και διασφαλιστικών μέτρων υπέρ του Δημοσίου, όπως δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, καθώς και στη διαβίβαση φακέλων στις αρμόδιες εισαγγελικές Αρχές για προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση.

























