Τις διατάξεις του νόμου 5272/2026, με τον οποίο κυρώνεται η προσθήκη στην Πολυμερή Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών του ΟΟΣΑ, κοινοποίησε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων με εγκύκλιό της. Ο νόμος ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο τις νεότερες διεθνείς ρυθμίσεις για την αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών, διευρύνοντας το ισχύον πλαίσιο και ενισχύοντας τη διαφάνεια στις διασυνοριακές χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Με τις νέες διατάξεις τροποποιούνται και επικαιροποιούνται οι γενικές απαιτήσεις υποβολής στοιχείων από τα δηλούντα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και οι κανόνες δέουσας επιμέλειας για νέους και προϋπάρχοντες λογαριασμούς φυσικών και νομικών προσώπων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πληρέστερη ταυτοποίηση των δικαιούχων και των ελεγχόντων προσώπων, στη συλλογή στοιχείων φορολογικής κατοικίας και στην εναρμόνιση των διαδικασιών με τα διεθνή πρότυπα AML/KYC και τις συστάσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF).
Το νέο πλαίσιο επεκτείνει σημαντικά τους ορισμούς των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, εντάσσοντας ρητά τα κρυπτοστοιχεία, τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών και τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος. Παράλληλα, προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για την υποβολή στοιχείων που αφορούν συναλλαγές και λογαριασμούς συνδεδεμένους με ψηφιακά μέσα αξίας, ενώ εισάγονται μεταβατικές διατάξεις για λογαριασμούς που υφίστανται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, προκειμένου να διευκολυνθεί η προσαρμογή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο νέο καθεστώς.
Η εφαρμογή του βασικού μέρους των ρυθμίσεων ξεκινά από την 1η Ιανουαρίου 2026, με την ΑΑΔΕ να αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο στη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών με τις φορολογικές αρχές των συμμετεχουσών δικαιοδοσιών. Με τις αλλαγές αυτές, η Ελλάδα ενισχύει τη συμμετοχή της στο διεθνές σύστημα φορολογικής διαφάνειας, διευρύνοντας το πεδίο ελέγχου και παρακολούθησης των χρηματοοικονομικών ροών σε ένα περιβάλλον που μετασχηματίζεται ραγδαία λόγω της ψηφιοποίησης των συναλλαγών.
Στο νέο καθεστώς, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι πάροχοι σχετικών υπηρεσιών υποχρεώνονται να συλλέγουν περισσότερα και πιο αναλυτικά στοιχεία για τους λογαριασμούς και τους δικαιούχους τους. Για κάθε δηλωτέο λογαριασμό θα πρέπει πλέον να προσδιορίζεται αν πρόκειται για νέο ή προϋπάρχοντα λογαριασμό, το είδος του λογαριασμού, καθώς και η φορολογική κατοικία του φυσικού ή νομικού προσώπου που τον κατέχει.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ένταξη των κρυπτοστοιχείων στο πεδίο εφαρμογής της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, καθώς τα κρυπτονομίσματα και τα συναφή ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία αντιμετωπίζονται πλέον ρητά ως αντικείμενο φορολογικής πληροφόρησης. Αυτό σημαίνει ότι συναλλαγές ανταλλαγής κρυπτοστοιχείων με παραστατικό νόμισμα ή μεταξύ διαφορετικών ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων θα μπορούν να εντοπίζονται και να διαβιβάζονται στις φορολογικές αρχές άλλων χωρών.
Παράλληλα, αυστηροποιούνται οι κανόνες δέουσας επιμέλειας για νέους λογαριασμούς οντοτήτων, με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να υποχρεούνται να προσδιορίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα ελέγχοντα πρόσωπα πίσω από εταιρείες και νομικά μορφώματα. Σε περιπτώσεις όπου δεν είναι άμεσα διαθέσιμη αυτοπιστοποίηση, προβλέπεται προσωρινή εφαρμογή των κανόνων για προϋπάρχοντες λογαριασμούς έως την πλήρη ταυτοποίηση.





























