Για δεκαετίες το συσωρευμένο χρέος σκόρπιζε δυστυχία στις φτωχές και χαμηλότερου εισοδήματος χώρες του κόσμου. Πλέον η απειλή του μη βιώσιμου δανεισμού, που αιωρείται πάνω από την παγκόσμια οικονομία, προέρχεται από ορισμένες από τις πλουσιότερες χώρες.
Χρέη σε επίπεδα-ρεκόρ στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ιαπωνία απειλούν να παραλύσουν την ανάπτυξη και να σπείρουν χρηματοπιστωτική αστάθεια σε ολόκληρο τον κόσμο.
Στο εσωτερικό τους, αυτό σημαίνει πως οι χώρες πρέπει να καταβάλλουν τόκους με χρήματα που διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν διατεθεί για την υγειονομική περίθαλψη, τους δρόμους, την κοινωνική στέγαση, την τεχνολογική ανάπτυξη ή την εκπαίδευση.
Η δίψα για ολοένα και περισσότερα δάνεια έχει ωθήσει προς τα πάνω το κόστος δανεισμού, καταβροχθίζοντας μεγάλο μερίδιο των χρημάτων των φορολογουμένων, ενώ τροφοδοτεί παράλληλα τον πληθωρισμό.
Ίσως το πιο ανησυχητικό είναι πως το συσσωρευμένο χρέος - που διογκώνεται ακόμη και όταν μια οικονομία είναι σχετικά υγιής και τα ποσοστά ανεργίας χαμηλά, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες - αφήνει στις κυβερνήσεις λιγότερο περιθώριο να αντιδράσουν όταν τα πράγματα χειροτερεύουν.
«Θέλεις να έχεις την δυνατότητα, όταν χρειάζεται, να ξοδεύεις πολλά και γρήγορα», εξηγεί ο Κένεθ Ρόγκοφ, καθηγητής Οικονομικών στο Χάρβαρντ.
Τι συμβαίνει αν υπάρξει μια χρηματοπιστωτική κρίση, μια πανδημία ή ένας πόλεμος; Τι γίνεται αν υπάρξει ξαφνικά ανάγκη για περισσότερες δαπάνες κοινωνικών υπηρεσιών και επιδόματα ανεργίας λόγω αλλαγών που προκαλούνται από την τεχνητή νοημοσύνη ή από καταστροφές που σχετίζονται με το κλίμα;
Ο δανεισμός μεγάλων ποσών γίνεται γρήγορα πιο δύσκολος - και πιο ακριβός - όταν το εθνικό χρέος είναι ήδη στα ύψη.
Στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός την περασμένη εβδομάδα, οι υπουργοί Οικονομικών εξέφρασαν την ανησυχία τους για την ικανότητά τους να χρηματοδοτήσουν έναν ολοένα και μεγαλύτερο κατάλογο αναγκών, από ενισχυμένους στρατούς έως αναβαθμισμένα ηλεκτρικά δίκτυα.
Ο κρατικός δανεισμός όταν μια οικονομία είναι ισχυρή και τα επιτόκια είναι χαμηλά μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη, ενώ σε περιόδους κρίσης βοηθά στην ενίσχυση των δαπανών: Ο κύκλος του υπερβολικού δανεισμού ξεκίνησε με τη χρηματοπιστωτική κρίση και την ύφεση του 2008, όταν οι κυβερνήσεις έσπευσαν να παράσχουν βοήθεια σε νοικοκυριά που δοκιμάζονταν. Τα προγράμματα στήριξης κατά την πανδημία της Covid-19, καθώς οι οικονομίες «πάγωναν» και το κόστος υγειονομικής περίθαλψης εκτοξευόταν, ανέβασαν τα επίπεδα χρέους ακόμη πιο πολύ - τη στιγμή που τα επιτόκια αυξάνονταν και ξεπερνούσαν την ανάπτυξη.
Αυτά τα επίπεδα χρέους δεν μειώθηκαν έκτοτε. Και τώρα, σε έξι από τις πλούσιες χώρες της G7, το εθνικό χρέος ισούται ή υπερβαίνει την ετήσια οικονομική παραγωγή της χώρας, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Όλο και περισσότερες χώρες πιέζονται από τα δημογραφικά και τη χαμηλή ανάπτυξη. Στην EE, τη Βρετανία και την Ιαπωνία, οι γηράσκοντες πληθυσμοί έχουν αυξήσει τις κρατικές δαπάνες για υγεία και συντάξεις, την ίδια στιγμή που ο αριθμός των εργαζομένων που παρέχουν τα απαραίτητα φορολογικά έσοδα έχει μειωθεί.
Η ανάγκη για ανασυγκρότηση των υποδομών και επενδύσεις σε προηγμένη τεχνολογία είναι επίσης επιτακτική. Μια μελέτη διάρκειας ενός έτους που ζητήθηκε από το εκτελεστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μπλοκ των «27» χρειάζεται να δαπανήσει επιπλέον 900 δισεκατομμύρια δολάρια σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, ένα κοινό ενεργειακό δίκτυο, η υπερυπολογιστική ισχύς και η προηγμένη κατάρτιση εργαζομένων, προκειμένου να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά άλλες αγορές.
Στη Βρετανία, θα χρειαστούν τουλάχιστον 300 δισεκατομμύρια λίρες (410 δισεκατομμύρια δολάρια) για την αναβάθμιση των υποδομών την επόμενη δεκαετία, σύμφωνα με το Future Governance Forum. Θα απαιτηθούν δισεκατομμύρια ακόμη για την αναζωογόνηση του παραπαίοντος Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Οι προσπάθειες περιορισμού των δημοσίων δαπανών στην Ιταλία, όπου το χρέος ισοδυναμεί με το 138% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, μέσω περικοπών στην υγεία, την εκπαίδευση και τις δημόσιες υπηρεσίες, ή στη Γαλλία με την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, έχουν προκαλέσει σφοδρές διαμαρτυρίες.
Η Γαλλία, η οποία βρίσκεται σε πολιτικό αδιέξοδο εδώ και μήνες σχετικά με τον προϋπολογισμό, είδε την πιστοληπτική της αξιολόγηση να υποβαθμίζεται το περασμένο φθινόπωρο, εγείροντας ερωτήματα για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας.
Στο μεταξύ, ο κόσμος έχει γίνει πιο επικίνδυνος. Οι εντάσεις μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών έχουν οξυνθεί. Η Ευρώπη απειλείται από μια ολοένα και πιο επιθετική Ρωσία, αλλά κι έναν επιθετικό Αμερικανό πρόεδρο.
Οι περισσότερες χώρες έχουν ανταποκριθεί στηρίζοντας σημαντικά την Ουκρανία με δισεκατομμύρια δολάρια και αυξάνοντας τις στρατιωτικές δαπάνες, ενώ τα μέλη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας συμφώνησαν τελικά να αφιερώνουν το 5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος τους στην άμυνα.
* Με πληροφορίες από τους New York Times


























