Σε επανέλεγχο περίπου 15.000 υποθέσεων ρευματοκλοπής που αφορούν οικιακές παροχές και έχουν ήδη καταλογιστεί πρόστιμα προχωρά ο ΔΕΔΔΗΕ, μετά την πρόσφατη απόφαση της ΡΑΑΕΥ που δικαίωσε καταναλωτή και οδήγησε στην επιβολή προστίμου 120.000 ευρώ στον Διαχειριστή.
Όπως αναφέρουν πηγές του ΔΕΔΔΗΕ, ο επανέλεγχος αφορά τις ενστάσεις που έχουν υποβληθεί και κρίθηκε αναγκαίος λόγω του αυξημένου αριθμού διαπιστωμένων περιπτώσεων εντός του 2025, με στόχο την αποφυγή λαθών στον καταλογισμό προστίμων. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει αποφασιστεί η προσωρινή αναστολή αποστολής βεβαιώσεων για μικρές οικιακές παροχές ιδιωτών.
Οι 15.000 υποθέσεις αφορούν αποκλειστικά οικιακές παροχές, ενώ παράλληλα έχει τεθεί σε ισχύ πανελλαδική αναστολή αποκοπής ηλεκτροδότησης λόγω οφειλής από ρευματοκλοπή για τις χαμηλές οικιακές κατηγορίες (0, 1, 2 και 3). Επιπλέον, καθιερώθηκε ενιαία και πλήρως κεντρικοποιημένη διαχείριση των υποθέσεων ρευματοκλοπής και των σχετικών ενστάσεων, διασφαλίζοντας πλήρη ιχνηλασιμότητα, αυστηρή τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και παροχή τεκμηριωμένων, ενιαίων απαντήσεων από εξειδικευμένο προσωπικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ, μόνο το 2025 πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 50.000 τεχνικές επιθεωρήσεις, αριθμός αυξημένος κατά 48% σε σύγκριση με το 2024. Το συνολικό κόστος των ρευματοκλοπών εκτιμάται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ, επιβάρυνση που μετακυλίεται στους συνεπείς καταναλωτές, αυξάνοντας τον ετήσιο λογαριασμό ρεύματος κατά μέσο όρο κατά 60 ευρώ.
Παράλληλα, ο Διαχειριστής συγκρότησε ειδική ομάδα έμπειρων στελεχών, καθώς και εξειδικευμένο τμήμα στο τηλεφωνικό κέντρο, με στόχο την ταχύτερη διεκπεραίωση των ελέγχων και την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών.
Οι έλεγχοι αποδίδουν μετρήσιμα αποτελέσματα, όπως καταδεικνύεται από τη μείωση των απωλειών στο δίκτυο. Για την περίοδο 2024–2025, η εξοικονόμηση εκτιμάται έως και 200 εκατ. ευρώ, προερχόμενη τόσο από τη μόνιμη μείωση των απωλειών όσο και από την αξιοποίηση των ποσών που προκύπτουν από τα πρόστιμα. Διευκρινίζεται ότι ο ΔΕΔΔΗΕ δεν αποκομίζει οικονομικό όφελος από τα πρόστιμα, τα οποία, βάσει του ισχύοντος ρυθμιστικού πλαισίου, κατευθύνονται σε ειδικούς λογαριασμούς προς όφελος των συνεπών καταναλωτών.
Η αύξηση του φαινομένου της ρευματοκλοπής αποδίδεται στην παρατεταμένη οικονομική κρίση, καθώς και στις διαδοχικές κρίσεις της πανδημίας και της ενεργειακής ακρίβειας. Ενδεικτικά, το ποσοστό ρευματοκλοπής αυξήθηκε από περίπου 1,1% την περίοδο 2012–2013, σε άνω του 4% το 2019 και έφτασε το 5,5% το 2023. Κατά την περίοδο της πανδημίας, οι επιχειρησιακοί περιορισμοί επηρέασαν αρνητικά τον ρυθμό των ελέγχων, ενώ η ενεργειακή κρίση ενίσχυσε τα κίνητρα για παράνομες πρακτικές.
Ως ρευματοκλοπή νοείται κάθε αυθαίρετη και εκ προθέσεως επέμβαση σε εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις του Δικτύου, με αποτέλεσμα την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς καταγραφή ή τιμολόγηση. Οι συχνότερες παραβάσεις περιλαμβάνουν παρεμβάσεις στη μετρητική διάταξη, απευθείας συνδέσεις που παρακάμπτουν τον μετρητή, παράνομες συνδέσεις στο εναέριο δίκτυο, καθώς και αυθαίρετες επανασυνδέσεις παροχών που έχουν διακοπεί.
Οι περιπτώσεις εντοπίζονται μέσω τηλεμέτρησης, ανάλυσης δεδομένων με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, μηνιαίων καταμετρήσεων και επιτόπιων ελέγχων κατά τη συντήρηση του δικτύου. Σε κάθε περίπτωση, εξετάζονται όλες οι τεχνικές παράμετροι και οι καταναλωτές ενημερώνονται άμεσα για τις εξελίξεις.




























