Στο μικροσκόπιο βάζει το 2026 ορκωτούς ελεγκτές και ελεγκτικές εταιρείες η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ), μέσω ποιοτικών ελέγχων που θα εστιάζουν σε τομείς που συνδέονται άμεσα με το δημόσιο συμφέρον, την ανεξαρτησία των ελεγκτικών εταιρειών και την ποιότητα των παρεχόμενων ελεγκτικών υπηρεσιών.
Οι έλεγχοι θα επικεντρωθούν πρωτίστως στις ελεγκτικές εταιρείες που εμφανίζουν αυξημένο βαθμό κινδύνου, είτε λόγω του αριθμού και του μεγέθους των οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος που ελέγχουν είτε λόγω των συνθηκών της αγοράς στις οποίες δραστηριοποιούνται. Ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των ελεγκτών, ιδίως σε περιπτώσεις όπου παρατηρείται συγκέντρωση εσόδων από περιορισμένο αριθμό πελατών, καθώς και στον έλεγχο της ποιότητας των ελεγκτικών εργασιών στους υποχρεωτικούς ελέγχους.
Στο επίκεντρο θα βρεθεί επίσης η αποτελεσματικότητα του εσωτερικού συστήματος ποιοτικού ελέγχου των εταιρειών, η συμμόρφωση με τα διεθνή και εγχώρια ελεγκτικά και λογιστικά πρότυπα και η αξιολόγηση της πρόσφατης Έκθεσης Διαφάνειας που αυτές δημοσιεύουν.
Παράλληλα, κρίσιμη θεωρείται η εξέταση ζητημάτων που σχετίζονται με την αναδημοσίευση οικονομικών καταστάσεων, τις αμοιβές των ελεγκτικών υπηρεσιών και τη συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Σε δεύτερο επίπεδο, οι έλεγχοι θα λαμβάνουν υπόψη το ιστορικό προηγούμενων παραβάσεων και ευρημάτων, τυχόν καταγγελίες που έχουν υποβληθεί στην ΕΛΤΕ, καθώς και ζητήματα που ανακύπτουν από την εποπτεία των Επιτροπών Ελέγχου.
Λιγότερο κεντρικό, αλλά ενταγμένο στο συνολικό πλαίσιο αξιολόγησης, είναι το μέγεθος της ελεγκτικής εταιρείας σε σχέση με τις ελεγχόμενες οντότητες, καθώς και οι έλεγχοι που αφορούν το Ετήσιο Φορολογικό Πιστοποιητικό και τη διασφάλιση των εκθέσεων βιωσιμότητας.
Στο πλαίσιο των ποιοτικών ελέγχων για το 2026, η ΕΛΤΕ αναμένεται να εστιάσει, μεταξύ άλλων, σε ελεγκτικές εταιρείες με αυξημένη έκθεση σε οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος, όπως εισηγμένες επιχειρήσεις ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, σε περιπτώσεις όπου καταγράφεται υψηλή συγκέντρωση εσόδων από περιορισμένο αριθμό πελατών με πιθανές επιπτώσεις στην ανεξαρτησία, σε εταιρείες στις οποίες έχουν διαπιστωθεί στο παρελθόν παραβάσεις ή σοβαρά ευρήματα και εξετάζεται η συμμόρφωση με τα μέτρα αποκατάστασης, σε ελέγχους που σχετίζονται με αναδημοσιεύσεις οικονομικών καταστάσεων και την εφαρμογή των λογιστικών προτύπων, καθώς και σε περιπτώσεις δυσανάλογα χαμηλών αμοιβών ελεγκτικών υπηρεσιών σε σχέση με το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ελεγχόμενων οντοτήτων, όπως αυτά προκύπτουν από τα εποπτικά στοιχεία της Αρχής.
























