Σε αναλυτικό οδηγό για τον καθορισμό τιμών μεταπώλησης προχώρησε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, προειδοποιώντας επιχειρήσεις και επαγγελματίες της αγοράς για πρακτικές που περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό και εκθέτουν προμηθευτές και μεταπωλητές σε υψηλά πρόστιμα και νομικές κυρώσεις.
Σε έγγραφό της αποσαφηνίζει τι συνιστά απαγορευμένο καθορισμό τιμών μεταπώλησης και επιχειρεί να λειτουργήσει προληπτικά, ενισχύοντας τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με τον οδηγό, ο καθορισμός τιμών μεταπώλησης αφορά κάθε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μέσω της οποίας ο προμηθευτής περιορίζει άμεσα ή έμμεσα τη δυνατότητα του μεταπωλητή να καθορίζει ανεξάρτητα την τελική τιμή πώλησης των προϊόντων. Η πρακτική αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρός περιορισμός του ανταγωνισμού, καθώς πλήττει τόσο τον ανταγωνισμό μεταξύ μεταπωλητών του ίδιου σήματος όσο και τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών προμηθευτών, οδηγώντας σε υψηλότερες και ομοιόμορφες τιμές εις βάρος των καταναλωτών.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού επισημαίνει ότι απαγορεύονται όχι μόνο οι ρητές συμβατικές ρήτρες για ελάχιστες ή σταθερές τιμές, αλλά και έμμεσες πρακτικές, όπως ο καθορισμός περιθωρίων κέρδους, ο περιορισμός εκπτώσεων, η σύνδεση οικονομικών κινήτρων με την τήρηση συγκεκριμένων τιμών ή η άσκηση πιέσεων και απειλών προς μεταπωλητές που αποκλίνουν από «αναμενόμενα» επίπεδα τιμών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις πολιτικές ελάχιστης διαφημιζόμενης τιμής στο διαδίκτυο, οι οποίες, αν και αφήνουν θεωρητικά ελεύθερη την τελική τιμή πώλησης, μπορούν στην πράξη να λειτουργήσουν ως μηχανισμός έμμεσου καθορισμού τιμών.
Παράλληλα, ο οδηγός διευκρινίζει ότι ο καθορισμός προτεινόμενων ή μέγιστων τιμών δεν είναι καταρχήν παράνομος, υπό την προϋπόθεση ότι παραμένει πραγματικά μη δεσμευτικός και δεν συνοδεύεται από μηχανισμούς ελέγχου ή κυρώσεις. Ωστόσο, όταν τέτοιες «συστάσεις» εφαρμόζονται συστηματικά ή συνδυάζονται με πιέσεις, τότε ενδέχεται να εκληφθούν ως υποχρεωτικές, ιδίως σε αγορές όπου ο προμηθευτής διαθέτει ισχυρή θέση.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ο αυξημένος κίνδυνος από τη χρήση ψηφιακών εργαλείων παρακολούθησης τιμών, τα οποία, αν και δεν είναι από μόνα τους παράνομα, μπορούν να διευκολύνουν τον έλεγχο και την επιβολή τιμών μεταπώλησης ή ακόμη και τον οριζόντιο συντονισμό μεταξύ επιχειρήσεων. Η Επιτροπή τονίζει ότι η αξιοποίηση τέτοιων μηχανισμών απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ειδικά στο ηλεκτρονικό εμπόριο.
Ο οδηγός υπενθυμίζει ότι οι κυρώσεις για παραβάσεις του καθορισμού τιμών μεταπώλησης μπορεί να φτάσουν έως και το 10% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, ενώ προβλέπονται και ποινικές ευθύνες για φυσικά πρόσωπα, καθώς και αγωγές αποζημίωσης από ζημιωθέντες. Ενδεικτικά, από το 2010 έως σήμερα έχουν εκδοθεί περίπου 20 αποφάσεις της Επιτροπής σε σχετικές υποθέσεις, με σημαντικά πρόστιμα σε κλάδους όπως τα παιδικά είδη, οι ηλεκτρικές συσκευές, τα εργαλεία και τα προϊόντα τεχνολογίας.
Με στόχο την πρόληψη παραβάσεων, η Επιτροπή Ανταγωνισμού καλεί προμηθευτές και μεταπωλητές να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της τιμολογιακής τους πολιτικής και να καταγγέλλουν, ακόμη και ανώνυμα, κάθε πρακτική που ενδέχεται να περιορίζει τον ανταγωνισμό, υπογραμμίζοντας ότι η συμμόρφωση δεν είναι μόνο νομική υποχρέωση αλλά και βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία υγιών αγορών.




























