Το 50% του ετήσιου στόχου δανεισμού για το 2026 καλύφθηκε ήδη από σήμερα, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο προχώρησε στην έκδοση νέου δεκαετούς ομολόγου με ημερομηνία λήξης τον Ιανουάριο του 2036, αντλώντας άντληση 4 δισ. ευρώ προσελκύοντας εντυπωσιακό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Το βιβλίο προσφορών έκλεισε με ευρεία υπερκάλυψη του ζητούμενου ποσού από τα πρώτα λεπτά της διαδικασίας, ενώ οι συνολικές προσφορές ξεπέρασαν τα 51 δισ. ευρώ. Αν και ο αρχικός στόχος άντλησης είχε τεθεί στα 3 δισ. ευρώ, το ισχυρό ενδιαφέρον οδήγησε τελικά στην άντληση 4 δισ. ευρώ, ενισχύοντας περαιτέρω το ταμειακό απόθεμα της χώρας.
Η έντονη υπερκάλυψη επέτρεψε και τη βελτίωση των όρων της έκδοσης, με τη τελική απόδοση να διαμορφώνεται κοντά στο 3,45%, χαμηλότερα από το αρχικό εύρος καθοδήγησης που είχε τεθεί στην περιοχή του mid-swaps συν 60 έως 65 μονάδες βάσης, δηλαδή περίπου μεταξύ 3,47% και 3,52%.
Ανάδοχοι της έκδοσης είναι έξι διεθνείς τράπεζες, οι οποίες είχαν διερευνήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον και προχώρησαν σήμερα στη διάθεση του ομολόγου, συγκεντρώνοντας προσφορές και καθορίζοντας την τελική τιμολόγηση για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους. Το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών σηματοδοτεί και την επίσημη έναρξη του φετινού προγράμματος δανεισμού του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, το οποίο προβλέπει την κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών ύψους 8 δισ. ευρώ για το 2026, έναντι 7,5 δισ. ευρώ το 2025.
Η επίτευξη του στόχου αυτού εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθεί χωρίς αναταράξεις, με βάση τόσο το ιστορικό των προηγούμενων εκδόσεων όσο και το σταθερά έντονο ενδιαφέρον των επενδυτών για ελληνικούς τίτλους. Θετικό ρόλο διαδραματίζει και το διεθνές επενδυτικό κλίμα, το οποίο παραμένει ευνοϊκό για τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, ενώ η Ελλάδα επωφελείται πλέον από την επενδυτική βαθμίδα και τη σημαντική βελτίωση των μακροοικονομικών της μεγεθών.
Σύμφωνα με το δανειακό πρόγραμμα του ΟΔΔΗΧ για το 2026, προβλέπεται δημόσιος δανεισμός 8 δισ. ευρώ, την ίδια στιγμή που το καθαρό υπόλοιπο του χρέους αναμένεται να μειωθεί κατά 5,46 δισ. ευρώ. Στόχος της στρατηγικής αυτής είναι η περαιτέρω βελτίωση του προφίλ του χρέους και η επίτευξη ακόμη μίας αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας εντός του επόμενου έτους.
Κεντρικό χαρακτηριστικό του προγράμματος αποτελεί η περιορισμένη νέα έκθεση στις αγορές σε συνδυασμό με τη διατήρηση υψηλών ταμειακών διαθεσίμων, τα οποία, παρά τις αποπληρωμές παλαιότερων υποχρεώσεων, συνεχίζουν να αυξάνονται και εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 39 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025.
Για το 2026, οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας ανέρχονται σε 24,677 δισ. ευρώ και περιλαμβάνουν αποπληρωμές ομολόγων, τόκους, δόσεις διμερών δανείων, υποχρεώσεις προς το Ταμείο Ανάκαμψης και κεφαλαιακές ενισχύσεις. Το πρωτογενές πλεόνασμα, που εκτιμάται στο 2,8% του ΑΕΠ, αναμένεται να μειώσει τις ανάγκες αυτές κατά 6,5 δισ. ευρώ.
Οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα καλυφθούν, πέραν της έκδοσης νέων ομολόγων, από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, έσοδα από αποκρατικοποιήσεις και περιορισμένη χρήση των ταμειακών διαθεσίμων.
Με βάση τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας θα παραμείνουν κάτω από το 10% του ΑΕΠ έως το 2070, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο άλλων χωρών που εφάρμοσαν προγράμματα διάσωσης. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία, με προοπτική να υποχωρήσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029 και κάτω από το 100% έως το 2036, ενισχύοντας τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του.





























