Με το νέο, επικαιροποιημένο Σχέδιο Δράσης για την Καταπολέμηση της Ενεργειακής Ένδειας, το οποίο εγκρίθηκε από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αλλάζει ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο ορίζονται και εντοπίζονται τα ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά στη χώρα. Το νέο πλαίσιο εισάγει μια πιο σύνθετη και δυναμική μεθοδολογία, ενώ για πρώτη φορά ενσωματώνει στον σχεδιασμό της πολιτικής τις αναμενόμενες αυξήσεις στο κόστος ενέργειας που συνδέονται με την επέκταση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών στην τελική κατανάλωση καυσίμων, το λεγόμενο ETS 2.
Το νέο Σχέδιο Δράσης, που εγκρίθηκε από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αντικαθιστά το αντίστοιχο πλαίσιο του 2021 και επιχειρεί να αντιμετωπίσει αδυναμίες που είχαν εντοπιστεί στην προηγούμενη μεθοδολογία. Κεντρικός άξονας της επικαιροποίησης είναι η μετάβαση από έναν στενό, κυρίως εισοδηματικό προσδιορισμό της ενεργειακής ένδειας σε μια πιο σύνθετη και δυναμική προσέγγιση, η οποία λαμβάνει υπόψη τόσο τα οικονομικά χαρακτηριστικά των νοικοκυριών όσο και την πραγματική τους δυνατότητα να καλύψουν βασικές ενεργειακές ανάγκες.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, ενεργειακά φτωχά θα χαρακτηρίζονται πλέον τα νοικοκυριά που αδυνατούν να εξασφαλίσουν βασικές ενεργειακές υπηρεσίες, όπως επαρκή θέρμανση, ψύξη, ζεστό νερό χρήσης, φωτισμό και λειτουργία βασικών ηλεκτρικών συσκευών, με τρόπο που να διασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και υγείας. Ο ορισμός ευθυγραμμίζεται πλήρως με την ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/1791/ΕΕ και λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το εισόδημα, αλλά και το πραγματικό ενεργειακό κόστος και την ενεργειακή απόδοση της κατοικίας.
Κομβική αλλαγή αποτελεί η νέα μεθοδολογία εντοπισμού των ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών, η οποία συνδυάζει δεδομένα για το διαθέσιμο εισόδημα, τις δαπάνες ενέργειας και την αδυναμία κάλυψης ελάχιστων ενεργειακών αναγκών. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται εάν το ετήσιο ενεργειακό κόστος ενός νοικοκυριού υπολείπεται του κόστους που απαιτείται για την κάλυψη βασικών ενεργειακών αναγκών, καθώς και εάν το καθαρό του εισόδημα βρίσκεται κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας, όπως αυτό προσδιορίζεται σε εθνικό επίπεδο.
Για πρώτη φορά, στον χαρακτηρισμό της ενεργειακής ένδειας εντάσσεται και η ψύξη των κατοικιών, αναγνωρίζοντας τις αυξανόμενες ανάγκες που προκαλούν οι ακραίες θερμοκρασίες και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παράλληλα, λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα του κτιριακού αποθέματος, με ιδιαίτερη έμφαση στις κατοικίες χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, οι οποίες οδηγούν σε δυσανάλογα υψηλό κόστος ενέργειας.
Το νέο πλαίσιο προβλέπει επίσης τη συστηματική αξιοποίηση επίσημων διοικητικών και στατιστικών δεδομένων, όπως στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και της φορολογικής διοίκησης, προκειμένου ο εντοπισμός των ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών να γίνεται με αντικειμενικό και δυναμικό τρόπο και να προσαρμόζεται στις μεταβολές των τιμών ενέργειας και των εισοδημάτων.
Παράλληλα, το Σχέδιο Δράσης συνδέει ευθέως την εξέλιξη της ενεργειακής ένδειας με τις επερχόμενες μεταβολές στο κόστος ενέργειας λόγω της εφαρμογής του ETS 2, που προβλέπει την ένταξη των καυσίμων θέρμανσης και των οδικών μεταφορών στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Όπως επισημαίνεται, η επιβολή πρόσθετου κόστους άνθρακα στα καύσιμα ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών, οι οποίες θα πλήξουν δυσανάλογα τα ευάλωτα και ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά, ιδίως όσα εξαρτώνται από ορυκτά καύσιμα για τη θέρμανσή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, το νέο Σχέδιο προβλέπει την ανάγκη έγκαιρης αξιολόγησης των επιπτώσεων του ETS 2 και τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων, ώστε η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών να μην επιτείνει τις κοινωνικές ανισότητες.























