Σε χαμηλά επίπεδα κινούνται τις τελευταίες εβδομάδες οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη μείωση των λογαριασμών για τους καταναλωτές. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι, αν και η χονδρεμπορική τιμή αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση των τιμολογίων λιανικής, δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει το τελικό κόστος.
Στους λογαριασμούς προστίθενται επιβαρύνσεις από την αγορά εξισορρόπησης, τα αυξανόμενα κόστη απωλειών λόγω τεχνικών προβλημάτων και ρευματοκλοπών, οι ανεξόφλητες οφειλές, καθώς και τα λειτουργικά και διαχειριστικά έξοδα των προμηθευτών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, οι χονδρεμπορικές τιμές διαμορφώνονται κάτω από τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδα ιδιαίτερα χαμηλά για τα δεδομένα της εποχής. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών έχουν παίξει οι καιρικές συνθήκες, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι έντονες βροχοπτώσεις αύξησαν τα αποθέματα νερού στους ταμιευτήρες των υδροηλεκτρικών μονάδων, οδηγώντας σε αυξημένη υδροηλεκτρική παραγωγή. Η ενέργεια αυτή εισέρχεται στο σύστημα με μηδενική τιμή και πιέζει συνολικά τις τιμές προς τα κάτω, εκτοπίζοντας ακριβότερη παραγωγή από φυσικό αέριο. Τον Φεβρουάριο, μάλιστα, τα υδροηλεκτρικά ξεπέρασαν το φυσικό αέριο στο ενεργειακό μείγμα, γεγονός σπάνιο για χειμερινή περίοδο.
Παράλληλα, η αυξημένη ηλιοφάνεια και οι ισχυροί άνεμοι ενίσχυσαν την παραγωγή από ΑΠΕ, οι οποίες κάλυψαν έως και το 50% της ζήτησης την περασμένη εβδομάδα. Ο συνδυασμός υψηλής παραγωγής και χαμηλής ζήτησης οδήγησε σε μηδενικές ή ακόμη και αρνητικές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά για αρκετές ώρες, ενώ υποχρέωσε τον ΑΔΜΗΕ να προχωρήσει σε περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ για λόγους ασφάλειας του συστήματος.
Η μέση τιμή της μεγαβατώρας τον Φεβρουάριο διαμορφώνεται μέχρι στιγμής στα 79,84 ευρώ, μειωμένη κατά περίπου 26% σε σχέση με τον Ιανουάριο. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις για αποκλιμάκωση των κυμαινόμενων τιμολογίων, χωρίς ωστόσο να αίρει τις πιέσεις που συνεχίζουν να δέχονται οι τελικές τιμές για τους καταναλωτές.





























