Αυξήσεις που σε αρκετές περιπτώσεις θα υπερβαίνουν το 10% αναμένεται να καταγραφούν στα ασφάλιστρα υγείας για το 2026, παρά το γεγονός ότι ο μέσος όρος της αγοράς εκτιμάται πως θα κινηθεί κοντά στα περυσινά επίπεδα. Στελέχη της ασφαλιστικής αγοράς επισημαίνουν ότι η τελική επιβάρυνση για τους ασφαλισμένους δεν θα είναι ομοιόμορφη, καθώς θα εξαρτηθεί από τον τύπο του συμβολαίου, την ηλικία, το ιστορικό αποζημιώσεων και τη δομή κάθε προγράμματος, με αποτέλεσμα σε συγκεκριμένες κατηγορίες να καταγράφονται ανατιμήσεις αισθητά υψηλότερες του 10%.
Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τη συνεχιζόμενη εκτόξευση του κόστους των αποζημιώσεων, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία του α΄ εξαμήνου του 2025, αυξάνεται με διψήφιο ρυθμό σε ετήσια βάση. Οι ασφαλιστικές εταιρείες βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία αποτίμησης των δεδομένων του 2025 και, παρότι δεν έχει ανακοινωθεί η επίσημη τιμολογιακή πολιτική για τη νέα χρονιά, αναγνωρίζουν ότι η δυναμική των αποζημιώσεων περιορίζει δραστικά τα περιθώρια συγκράτησης των αυξήσεων.
Όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, το σύστημα τιμολόγησης της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας εμφανίζει έντονα στρεβλά χαρακτηριστικά. Από τη μία πλευρά, τα ασφάλιστρα αυξάνονται σωρευτικά με την ηλικία, τη στιγμή που οι αποζημιώσεις διογκώνονται δυσανάλογα λόγω του ιατρικού πληθωρισμού, της αύξησης των ιδιωτικών νοσηλίων και της εντατικοποίησης των ιατρικών πράξεων. Από την άλλη, η απουσία σταθερών και διαφανών δεικτών κόστους οδηγεί σε αυξήσεις που συχνά δεν γίνονται κατανοητές από τους ασφαλισμένους, εντείνοντας το αίσθημα αβεβαιότητας και αδικίας.
Ενδεικτικό της στρέβλωσης είναι το γεγονός ότι το 2025 οι ασφαλιστικές εταιρείες, κατόπιν παρέμβασης του υπουργείου Ανάπτυξης, περιόρισαν τις αυξήσεις στα ισόβια νοσοκομειακά προγράμματα σε μεσοσταθμικό επίπεδο 7%, από 14% που είχε αρχικά ανακοινωθεί, παρά το ότι το πραγματικό κόστος αποζημιώσεων κινήθηκε υψηλότερα. Η «τεχνητή» αυτή συγκράτηση, όπως αναφέρουν στελέχη του κλάδου, μεταφέρει πιέσεις στο μέλλον και οδηγεί αναπόφευκτα σε μεγαλύτερες αναπροσαρμογές σε επόμενες χρονιές ή σε επιμέρους ομάδες ασφαλισμένων.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις παίζει και η πρόσφατη απόφαση του Συμβούλιο της Επικρατείας, η οποία επιτρέπει μεν στις ασφαλιστικές να προχωρούν σε αυξήσεις, επιβάλλει όμως αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας και τεκμηρίωσης. Οι εταιρείες αναμένουν την καθαρογραφή της απόφασης για να αποσαφηνιστεί πώς ακριβώς θα εφαρμόζονται οι κανόνες ενημέρωσης των ασφαλισμένων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, έχει υπογραμμίσει ότι η απόφαση δικαιώνει την πολιτεία για τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί στο παρελθόν και υποχρεώνει τις εταιρείες να αιτιολογούν επαρκώς τις αυξήσεις, κάτι που μέχρι σήμερα δεν γινόταν με ενιαίο τρόπο.
Πρόσθετο πρόβλημα δημιουργεί η καθυστέρηση στη δημοσίευση του δείκτη υγείας από την ΕΛΣΤΑΤ, ο οποίος θα λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς για τα ισόβια προγράμματα. Αν και δεν θα έθετε πλαφόν στις αυξήσεις, θα παρείχε ένα αντικειμενικό μέτρο για την εξέλιξη του κόστους, περιορίζοντας τις ακραίες αποκλίσεις. Η μη ύπαρξη του δείκτη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει καν ξεκινήσει η συλλογή στοιχείων αποζημιώσεων, αφήνει το σύστημα χωρίς στοιχεία αναφοράς ενισχύοντας τη στρέβλωση στην τιμολόγηση.
Οι πιέσεις είναι έντονες και στα ετησίως ανανεούμενα συμβόλαια, που υπερβαίνουν το 1 εκατ. σε αριθμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, οι αποζημιώσεις για τα προγράμματα αυτά αυξήθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2025 κατά 25,7%, ενώ τα ασφάλιστρα ενισχύθηκαν με πολύ χαμηλότερο ρυθμό. Η αναντιστοιχία αυτή, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, καθιστά αναπόφευκτες αυξήσεις που σε επιμέρους περιπτώσεις θα ξεπερνούν το 10%, επιβεβαιώνοντας ότι το σημερινό μοντέλο χρηματοδότησης της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας παραμένει δομικά προβληματικό και ευάλωτο σε απότομες αναπροσαρμογές.
























