Νέο, εκτενές πλαίσιο στοχοθεσίας, προγραμματισμού και παρακολούθησης της εκτέλεσης των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης τέθηκε από χθες σε ισχύ, στα πλαίσια σχετικής απόφασης του υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Θάνου Πετραλιά. Πρόκειται για μια ρύθμιση που αντικαθιστά πλήρως το καθεστώς του 2018 και σηματοδοτεί στροφή σε ένα σαφώς αυστηρότερο και πιο δεσμευτικό σύστημα δημοσιονομικής εποπτείας, με αναλυτικούς κανόνες, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και ρητά προβλεπόμενες κυρώσεις σε περίπτωση αποκλίσεων από τους στόχους.
Σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης, βασικός στόχος του νέου πλαισίου είναι η ενίσχυση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και η συστηματική, σε πραγματικό χρόνο παρακολούθηση της εκτέλεσης των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, με εξαίρεση τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στον πυρήνα του νέου συστήματος τοποθετείται το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το οποίο αποκτά ενισχυμένες αρμοδιότητες ελέγχου, αξιολόγησης των στοιχείων εκτέλεσης και εισήγησης διορθωτικών παρεμβάσεων, εφόσον διαπιστώνονται αποκλίσεις από τους συμφωνημένους στόχους.
Κεντρικός άξονας της ρύθμισης είναι η υποχρεωτική κατάρτιση μηνιαίων προγραμμάτων εκτέλεσης προϋπολογισμού από όλους τους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής. Τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνουν αναλυτικούς στόχους εσόδων και δαπανών και αποτελούν τη βάση για τον καθορισμό τριμηνιαίων δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι παρακολουθούνται σε σωρευτική βάση. Για τους φορείς της Κεντρικής Διοίκησης το βάρος πέφτει κυρίως στον έλεγχο των ανώτατων ορίων δαπανών και στη μεταβολή των απλήρωτων υποχρεώσεων, ενώ για τα νομικά πρόσωπα καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το δημοσιονομικό αποτέλεσμα κάθε τριμήνου.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο όριο προϋπολογισμού των 10 εκατ. ευρώ, πάνω από το οποίο καθίσταται υποχρεωτική η σύναψη μνημονίων συνεργασίας μεταξύ των φορέων και των εποπτευόντων υπουργείων. Τα μνημόνια αυτά εξειδικεύουν τους τριμηνιαίους στόχους και περιλαμβάνουν εκ των προτέρων προσδιορισμένα διορθωτικά μέτρα, τα οποία ενεργοποιούνται αυτόματα σε περίπτωση αρνητικών αποκλίσεων, με έμφαση στον περιορισμό δαπανών ελαστικού χαρακτήρα.
Για πρώτη φορά θεσπίζεται ενιαίος και αυστηρός ορισμός της αρνητικής απόκλισης, η οποία, σε γενικές γραμμές, προσδιορίζεται ως υπέρβαση άνω του 10% σε σχέση με τους προβλεπόμενους στόχους. Στους σχετικούς υπολογισμούς συνυπολογίζονται και οι μεταβολές των απλήρωτων υποχρεώσεων προς τρίτους, προκειμένου να αποτραπεί η συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών και η μετακύλιση δημοσιονομικών προβλημάτων στο μέλλον.
Σε περιπτώσεις σημαντικών ή επαναλαμβανόμενων αποκλίσεων, το νέο πλαίσιο προβλέπει κλιμάκωση των μέτρων. Οι οικονομικές υπηρεσίες των φορέων υποχρεούνται να αιτιολογούν εγγράφως τις αποκλίσεις και να προτείνουν συγκεκριμένες διορθωτικές ενέργειες, ενώ σε περιπτώσεις επίμονης μη συμμόρφωσης δίνεται η δυνατότητα ορισμού Επόπτη Οικονομικών Υπηρεσιών. Για τα νομικά πρόσωπα, μάλιστα, προβλέπονται αυστηρότερες συνέπειες, όπως η παύση μελών διοικητικών συμβουλίων ή η αναστολή καταβολής αμοιβών, ως μέσο ενίσχυσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Τέλος, ειδικές ρυθμίσεις εισάγονται για τους φορείς της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης, όπως νοσοκομεία, μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας και οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης. Για τους φορείς αυτούς καθιερώνεται εκτεταμένη και συχνότερη ηλεκτρονική υποβολή στοιχείων, ανεξαρτήτως ύψους προϋπολογισμού, με στόχο την ακριβέστερη αποτύπωση της δημοσιονομικής τους εικόνας και την έγκαιρη παρέμβαση πριν οι αποκλίσεις λάβουν μόνιμο χαρακτήρα.
























