Σε φάση εντατικής επεξεργασίας βρίσκονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων τα σχέδια για την εφαρμογή του αυτόματου μηχανισμού απόδοσης του ΦΠΑ, με τη φορολογική διοίκηση να εξετάζει δύο εναλλακτικά σενάρια που διαφοροποιούνται κυρίως ως προς τον βαθμό τεχνικής και διοικητικής πολυπλοκότητας.
Κοινός παρονομαστής και των δύο είναι η άμεση απόδοση στην εφορία μέρους του ΦΠΑ τη στιγμή της συναλλαγής, χωρίς να μεσολαβεί η βούληση ή η ταμειακή δυνατότητα της επιχείρησης. Η πίεση για αλλαγές είναι έντονη, καθώς από τα περίπου 85 δισ. ευρώ πραγματικού ληξιπρόθεσμου χρέους, τα 25 δισ. ευρώ προέρχονται από απλήρωτο ΦΠΑ.
Το πρώτο σενάριο για την εφαρμογή του αυτόματου μηχανισμού απόδοσης του ΦΠΑ θεωρείται το πιο απλό και άμεσα εφαρμόσιμο. Προβλέπει την αυτόματη παρακράτηση ενός ενιαίου, προκαθορισμένου ποσοστού του ΦΠΑ σε κάθε συναλλαγή, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή το ιστορικό της επιχείρησης. Για παράδειγμα, το σύστημα θα αποδίδει άμεσα στην ΑΑΔΕ το 30% ή το 50% του ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα συμψηφίζεται στη συνέχεια με τον ΦΠΑ των εισροών.
Η λύση αυτή χαρακτηρίζεται τεχνικά ασφαλής, καθώς απαιτεί περιορισμένες παρεμβάσεις στα πληροφοριακά συστήματα και εφαρμόζεται οριζόντια, γεγονός που την καθιστά ελκυστική για μια πρώτη φάση υλοποίησης.
Πιο σύνθετο είναι το δεύτερο σενάριο, το οποίο βασίζεται στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση κάθε επιχείρησης. Σε αυτή την περίπτωση, το ποσοστό του ΦΠΑ που θα αποδίδεται αυτόματα δεν θα είναι ενιαίο, αλλά θα προκύπτει από ανάλυση οικονομικών δεδομένων, όπως ο τζίρος και ο ΦΠΑ που κατέβαλε η επιχείρηση το προηγούμενο έτος.
Το μοντέλο αυτό θεωρείται δικαιότερο, καθώς προσαρμόζεται στο πραγματικό προφίλ κάθε φορολογουμένου, ωστόσο προϋποθέτει προηγμένα πληροφοριακά συστήματα, συνεχή ροή δεδομένων και πλήρη διασύνδεση ηλεκτρονικών βιβλίων, POS και ταμειακών μηχανών.
Για το Δημόσιο, η εφαρμογή του αυτόματου μηχανισμού σημαίνει σημαντική ενίσχυση της εισπραξιμότητας του φόρου που αποδίδει τα περισσότερα έσοδα, περιορίζοντας τα φαινόμενα καθυστερήσεων και ρυθμίσεων. Για τις επιχειρήσεις, ωστόσο, συνεπάγεται απώλεια ενός άτυπου κεφαλαίου κίνησης, καθώς ο ΦΠΑ δεν θα μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται προσωρινά για την κάλυψη άλλων αναγκών.






























