Η νέα έρευνα EY Future Consumer Index Ελλάδα 2025 δείχνει ότι οι Έλληνες καταναλωτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντική οικονομική πίεση, παρά τη μικρή μείωση ορισμένων ανησυχιών. Το κόστος ζωής και τα προσωπικά οικονομικά παραμένουν βασικά ζητήματα, ενώ μεγάλο μέρος των καταναλωτών συνεχίζει να περιορίζει τις δαπάνες του.
Οι φόβοι για το αυξημένο κόστος ζωής και την προσωπική οικονομική κατάσταση παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ακόμη κι αν υποχωρούν οριακά. Η κατανάλωση εξακολουθεί να είναι προσεκτική, με μεγάλο ποσοστό καταναλωτών να σχεδιάζει περαιτέρω περικοπές δαπανών τους επόμενους μήνες, ενώ η διάθεση για μεγαλύτερες αγορές περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα απολύτως αναγκαία.
Αν και για πρώτη φορά οριακά περισσότεροι καταναλωτές αναμένουν βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, το ποσοστό παραμένει χαμηλό και καταδεικνύει ότι η πλειονότητα εξακολουθεί να κινείται με επιφύλαξη. Η τάση για αλλαγή μάρκας και η συνεχής αναζήτηση χαμηλότερων τιμών υποδηλώνουν ότι η πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς δεν έχει εκτονωθεί.
Η προτίμηση σε φθηνότερες μάρκες, αγορές μόνο με προσφορές και η ενίσχυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αποτυπώνουν μια αγορά που συνεχίζει να λειτουργεί υπό το βάρος της ακρίβειας. Το φαινόμενο της shrinkflation, το οποίο δηλώνουν πλέον ότι παρατηρούν οι περισσότεροι καταναλωτές, ενισχύει περαιτέρω την αίσθηση ότι οι πραγματικές αυξήσεις τιμών είναι βαθύτερες από όσες αποτυπώνονται τυπικά.
Ακόμη και η εξοικείωση με τις ψηφιακές αγορές συνοδεύεται από έντονη δυσπιστία, με την ασφάλεια των συναλλαγών να παραμένει βασική πηγή ανησυχίας. Παρά τη σταδιακή αποδοχή των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, η εμπιστοσύνη εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, ιδίως σε υπηρεσίες που αφορούν οικονομικά και προσωπικά δεδομένα.
Το φυσικό κατάστημα, παρότι παραμένει κυρίαρχο, αντλεί σε μεγάλο βαθμό την προτίμηση των καταναλωτών όχι λόγω οικονομικής άνεσης, αλλά εξαιτίας της ανάγκης για ανθρώπινη αλληλεπίδραση και διαβεβαίωση. Η εξυπηρέτηση, μάλιστα, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα μετακίνησης καταναλωτών από μάρκα σε μάρκα, επιβεβαιώνοντας τη χαμηλή ανοχή σε αρνητικές εμπειρίες.
Συνολικά, η έρευνα δείχνει μια αγορά που αναζητά σταθερότητα, αλλά δεν την βρίσκει ακόμη. Η αισιοδοξία παραμένει εύθραυστη και τα περιθώρια εμπιστοσύνης προς τις επιχειρήσεις περιορισμένα. Η επάνοδος σε κανονικούς ρυθμούς ανάπτυξης φαίνεται να απαιτεί σημαντική προσπάθεια από την πλευρά των εταιρειών, ιδιαίτερα σε θέματα διαφάνειας, αξίας και ποιοτικής εξυπηρέτησης.




























