Καθοριστική περίοδος ξεκινά για το Χρηματιστήριο Αθηνών (ΕΧΑΕ), καθώς τη Δευτέρα 17 Νοεμβρίου ολοκληρώνεται η δημόσια πρόταση του Euronext για την εξαγορά του.
Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού ομίλου, Stéphane Boujnah, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, χαρακτήρισε την επένδυση στην Ελλάδα «ξεκάθαρη ψήφο εμπιστοσύνης στον εντυπωσιακό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας» και τόνισε ότι η ένταξη της ΕΧΑΕ στο δίκτυο της Euronext θα φέρει τη χώρα πιο κοντά στις πανευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές.
Όπως ανέφερε, η Euronext επιδιώκει να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής Ένωσης Κεφαλαιαγορών, δημιουργώντας μια ενιαία δεξαμενή ρευστότητας και κοινή τεχνολογική υποδομή. «Το Χρηματιστήριο Αθηνών αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση τοπικού μονοπωλίου», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «στην υπόλοιπη Ευρώπη τα χρηματιστήρια ανταγωνίζονται έντονα μεταξύ τους». Για τον Boujnah, η συμμετοχή της ΕΧΑΕ στην ευρωπαϊκή πλατφόρμα σημαίνει «άνοιγμα προς μια σημαντικά μεγαλύτερη αγορά και σύνδεση με ένα παγκόσμιο δίκτυο επενδυτών».
Ο ίδιος χαρακτήρισε την τρέχουσα συγκυρία «κομβική για τη διαδικασία», καθώς οι μέτοχοι καλούνται να λάβουν τις τελικές τους αποφάσεις ενόψει της λήξης της προσφοράς. «Δεν είμαι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος. Οι μέτοχοι θα αποφασίσουν μόνοι τους, όμως τώρα είναι η στιγμή που πρέπει να το κάνουν», δήλωσε, υπενθυμίζοντας ότι η προσφορά ολοκληρώνεται τη Δευτέρα, αλλά είναι «προτιμότερο οι αποφάσεις να ληφθούν έως την Πέμπτη για πρακτικούς λόγους».
Για τον Boujnah, τα οφέλη είναι σαφή και για τις δύο πλευρές. Η Euronext διευρύνει την ενιαία δεξαμενή ρευστότητας που ήδη δημιουργεί, ενώ η Ελλάδα αποκτά πρόσβαση σε μια αγορά που πραγματοποιεί συναλλαγές ύψους περίπου 12 δισ. ευρώ ημερησίως — υπερδιπλάσιες από εκείνες του Λονδίνου. Η ενσωμάτωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στην κοινή τεχνολογική πλατφόρμα Optiq της Euronext θα σημάνει, όπως είπε, «μια νέα εποχή για τις ελληνικές κεφαλαιαγορές, με περισσότερη διαφάνεια, τεχνολογική εξέλιξη και διεθνή προβολή».
Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η αλλαγή αυτή συνεπάγεται «μετασχηματισμούς και προσαρμογές». Η μετάβαση από μια τοπική αγορά σε μια ενιαία πανευρωπαϊκή υποδομή θα απαιτήσει, σύμφωνα με τον ίδιο, «τεχνολογική εναρμόνιση και ίσως εντονότερο ανταγωνισμό». Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί πως «τα οφέλη υπερτερούν μακράν των προκλήσεων», καθώς οι Έλληνες επενδυτές, εκδότες και θεσμικοί φορείς θα αποκτήσουν πρόσβαση σε μια δεξαμενή ρευστότητας συνολικής κεφαλαιοποίησης άνω των 6,5 τρισ. ευρώ.
Ο Stéphane Boujnah στάθηκε και στη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας, την οποία χαρακτήρισε «παράδειγμα δημοσιονομικής πειθαρχίας και μεταρρυθμιστικής συνέπειας». «Το γεγονός ότι η Ελλάδα εμφανίζει πλεονασματικό προϋπολογισμό και μειώνει το ιστορικά υψηλό δημόσιο χρέος της, ενώ συμβάλλει στην ανάπτυξη της Ευρώπης, είναι πραγματικά αξιοσημείωτο», είπε, προσθέτοντας ότι η Euronext «θέλει να είναι μέρος αυτής της πορείας, να τη στηρίξει και να τη διευκολύνει».
Αναφερόμενος στις ευρωπαϊκές προοπτικές, υπογράμμισε ότι, παρά τον κατακερματισμό και τις προκλήσεις χρέους σε ορισμένες χώρες, η ήπειρος εξακολουθεί να προσελκύει διεθνή κεφάλαια. «Η Ευρώπη θεωρείται φθηνότερη αγορά σε σχέση με τις ΗΠΑ και βλέπουμε έντονη εισροή κεφαλαίων τόσο από την Αμερική όσο και από την Ασία και τη Μέση Ανατολή», εξήγησε.
Καταλήγοντας, ο Boujnah εξέφρασε την πεποίθηση ότι η επιτυχία της πρότασης εξαγοράς θα αποτελέσει «ισχυρό βήμα για τη σύνδεση της Ελλάδας με το ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό οικοσύστημα» και θα προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις «πρόσβαση σε ευρύτερες πηγές χρηματοδότησης, εντός ενός πλαισίου διαφάνειας και ανταγωνιστικότητας». «Η Euronext», είπε, «φέρει στο Χρηματιστήριο Αθηνών όχι μόνο κεφάλαια, αλλά και μια νέα προοπτική για την ενσωμάτωση της ελληνικής αγοράς στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι».
























