Μια νέα μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) φέρνει στο προσκήνιο τον περίπλοκο ρόλο της νομισματικής πολιτικής στη μετάβαση προς μια πράσινη οικονομία.
Η έκθεση, με τίτλο Monetary Policy for the Green Transition, τονίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται ενώπιον ενός ιστορικού διλήμματος: πώς να διασφαλίσουν τη σταθερότητα των τιμών χωρίς να επιβραδύνουν την ανάπτυξη των πράσινων τεχνολογιών που είναι κρίσιμες για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η σταδιακή κατάργηση των ρυπογόνων μορφών ενέργειας συνοδεύεται αναπόφευκτα από πληθωριστικές πιέσεις. Οι περιορισμοί στη χρήση ορυκτών καυσίμων και η αύξηση του κόστους τους λειτουργούν ως αρνητικά προσφοράς σοκ, αυξάνοντας τις τιμές ενώ ταυτόχρονα μειώνουν την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση. Το αποτέλεσμα είναι μια δυσμενέστερη ισορροπία για τις κεντρικές τράπεζες, που καλούνται να διαχειριστούν υψηλότερη μεταβλητότητα του πληθωρισμού.
Η έρευνα επισημαίνει επίσης ότι η αυστηρή νομισματική πολιτική, παρότι περιορίζει βραχυπρόθεσμα τον πληθωρισμό, έχει μακροπρόθεσμες παρενέργειες: καθιστά τα ορυκτά καύσιμα φθηνότερα και μειώνει τα κίνητρα για την αντικατάστασή τους με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ταυτόχρονα, αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις που επενδύουν σε πράσινη καινοτομία, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι «πράσινοι καινοτόμοι» –εταιρείες με υψηλή δραστηριότητα σε πράσινες πατέντες– εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση και είναι πιο ευάλωτοι σε αυστηρότερες συνθήκες πίστωσης σε σχέση με τις παραδοσιακές βιομηχανίες. Αυτό σημαίνει ότι μια πολιτική υψηλών επιτοκίων μπορεί να επιβραδύνει την ίδια την ενεργειακή μετάβαση, προκαλώντας ένα διαχρονικό πληθωριστικό δίλημμα: μείωση του πληθωρισμού σήμερα, αλλά νέες πιέσεις αύριο λόγω βραδύτερης πράσινης ανάπτυξης.
Η μελέτη παρουσιάζει μάλιστα ένα θεωρητικό πλαίσιο όπου η «πράσινη μετάβαση» αποτυπώνεται ως αυστηρότεροι περιορισμοί στην παραγωγή ρυπογόνων προϊόντων. Αυτοί οι περιορισμοί, σύμφωνα με το μοντέλο, κάνουν την καμπύλη Phillips πιο απότομη, οδηγώντας σε υψηλότερη μεταβλητότητα του πληθωρισμού. Η διαχείριση αυτής της νέας πραγματικότητας προϋποθέτει προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής.
Ως πιθανή λύση, οι συγγραφείς προτείνουν τη συμπληρωματική χρήση επιδοτήσεων στις πράσινες επενδύσεις, είτε μέσω δημοσιονομικής πολιτικής είτε μέσω στοχευμένων πιστωτικών εργαλείων. Τέτοια μέτρα μπορούν να επιταχύνουν την ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών, να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και να λειτουργήσουν ως αποπληθωριστικός παράγοντας, διευκολύνοντας έτσι τις κεντρικές τράπεζες να πετύχουν τον διπλό στόχο χαμηλού πληθωρισμού και βιώσιμης ανάπτυξης.
Η BIS καταλήγει ότι η επιτυχία της πράσινης μετάβασης δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στη νομισματική πολιτική. Απαιτείται στενός συντονισμός με τη δημοσιονομική πολιτική και τις ενεργειακές στρατηγικές, ώστε να αποφευχθεί μια παρατεταμένη περίοδος υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, μια προσωρινή άνοδος του πληθωρισμού ενδέχεται να είναι το αναγκαίο τίμημα για την επιτάχυνση της μετάβασης σε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών.






























