Δύο σημαντικά θέματα, τα οποία όμως συνοδεύονται από πλήθος ερωτημάτων, φέρνει στο τέλος της εβδομάδας προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση των μετόχων των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (ΕΑΣ) η Διοίκηση Μπουτσικάκη. Το πρώτο είναι το νέο δεκαετές Στρατηγικό και Επιχειρηματικό Σχέδιο της εταιρείας, το οποίο συνέταξε η EY-Parthenon, ο συμβουλευτικός βραχίονας στρατηγικής της Ernst & Young. Το δεύτερο αφορά στην προσωρινή εκτίμηση του κόστους για την απορρύπανση και την περιβαλλοντική αποκατάσταση των εγκαταστάσεων των ΕΑΣ στο Λαύριο, η οποία καταρτίσθηκε από το Ινστιτούτο Αειφόρου Διαχείρισης των Υδάτων και Δικαίου του Νερού του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (EPLO) του οποίου ηγείται ο Σπύρος Φλογαΐτης.
Το στρατηγικό σχέδιο και τα ερωτήματα
Το νέο Στρατηγικό και Επιχειρηματικό Σχέδιο των ΕΑΣ, το οποίο εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας στις 9 Ιουλίου 2026, «ποντάρει» σε μεγάλο βαθμό στις συνεργασίες με ιδιώτες και στρατηγικούς επενδυτές από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Με απλά λόγια, το μοντέλο που «προτάθηκε» από την EY-Parthenon προβλέπει τη δημιουργία Joint Ventures (JVs), δηλαδή κοινών εταιρειών των ΕΑΣ με άλλους επιχειρηματικούς ομίλους. Στόχος είναι οι εταίροι αυτοί να φέρουν κεφάλαια, τεχνογνωσία, πρόσβαση σε νέες αγορές και παραγγελίες, ώστε να αυξηθεί η παραγωγή και να αναβαθμιστούν οι εγκαταστάσεις της εταιρείας. Στα οικονομικά, το σχέδιο παρουσιάζει τέσσερα διαφορετικά σενάρια για την επόμενη δεκαετία.
Εάν ουσιαστικά συνεχιστεί η σημερινή πορεία, η καθαρή παρούσα αξία των ταμειακών ροών της δεκαετίας υπολογίζεται σε 44,7 εκατ. ευρώ και τα συνολικά κέρδη προ φόρων σε 190 εκατ. ευρώ, με περιθώριο 26%. Στο πιο συντηρητικό σενάριο, η καθαρή παρούσα αξία ανεβαίνει στα 59,2 εκατ. ευρώ και τα συνολικά κέρδη προ φόρων στα 218,5 εκατ. ευρώ, με περιθώριο 29%. στο βασικό σενάριο, που αποτελεί ουσιαστικά τον κεντρικό στόχο του σχεδιασμού, η αξία των ταμειακών ροών φθάνει τα 105,3 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 135% σε σχέση με το σημερινό σενάριο, ενώ τα συνολικά κέρδη προ φόρων της δεκαετίας υπολογίζονται σε 272,6 εκατ. ευρώ, με περιθώριο 39%. Ακόμη πιο ψηλά τοποθετεί τον πήχη το επιταχυνόμενο σενάριο.
Εκεί η καθαρή παρούσα αξία φθάνει τα 137,2 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 207%, και τα συνολικά κέρδη προ φόρων αγγίζουν τα 321,6 εκατ. ευρώ, με περιθώριο 46%. στο βασικό σενάριο τα ετήσια κέρδη προ φόρων προβλέπεται να φθάσουν στο τέλος της δεκαετίας τα 34 εκατ. ευρώ, με μέσο όρο 24,8 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Στο επιταχυνόμενο σενάριο ανεβαίνουν στο τέλος της περιόδου στα 38,4 εκατ. ευρώ, με μέσο όρο 29,2 εκατ. ευρώ ετησίως.
Το βασικό ερώτημα είναι από ποιες συγκεκριμένες δουλειές και παραγγελίες θα προκύψουν αυτά τα έσοδα και τα κέρδη; Και αυτό γιατί ένα από τα βασικά «κλειδιά» του σχεδίου είναι η δημιουργία και ενεργοποίηση τουλάχιστον έξι Joint Ventures μέσα στην περίοδο 2026-2028. Από αυτά, το ένα έχει ήδη δημιουργηθεί. Πρόκειται για την «Ελληνικά Πυρομαχικά», όπου τα ΕΑΣ διατηρούν το 51% και η τσεχική πλευρά, μέσω του ομίλου Czechoslovak Group (CSG/MSM), το 49%. Μάλιστα, στο ίδιο το επιχειρηματικό σχέδιο η επιτυχία της συγκεκριμένης εταιρείας χαρακτηρίζεται βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων και κρίσιμος παράγοντας για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης των ΕΑΣ.
Ένα δεύτερο Joint Venture βρίσκεται υπό σύσταση. Το Kalyani Group από την Ινδία έχει εκφράσει ισχυρό ενδιαφέρον για συνεργασία με τα ΕΑΣ, με το μοντέλο που εξετάζεται να προβλέπει και πάλι 51% για την ελληνική πλευρά και 49% για τον στρατηγικό εταίρο, με επίκεντρο τις εγκαταστάσεις του Αιγίου. Εδώ, όμως, προκύπτουν νέα ερωτήματα. Ποιο ακριβώς θα είναι το αντικείμενο της νέας εταιρείας; Πόσα χρήματα θα επενδύσει η ινδική πλευρά; Ποιες γραμμές παραγωγής θα αναλάβει και, κυρίως, ποιες παραγγελίες θα φέρει; Το ίδιο το επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπει αναζήτηση επενδυτών για την αναβάθμιση του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων της οβιδουργίας και της καλυκοποιίας, καθώς και τη μεταφορά αυτών των δραστηριοτήτων στο εργοστάσιο του Αιγίου. Δεν διευκρινίζεται, ωστόσο, εάν αυτό θα είναι τελικά το αντικείμενο της συνεργασίας με το Kalyani Group.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το ερώτημα για τα υπόλοιπα τέσσερα Joint Ventures που απαιτούνται ώστε να συμπληρωθεί ο στόχος των έξι έως το 2028. Με ποιους ομίλους θα δημιουργηθούν; Σε ποιους τομείς θα δραστηριοποιηθούν; Πόσα κεφάλαια θα επενδύσουν οι ιδιώτες και ποιες νέες συμβάσεις θα εξασφαλίσουν;
Το σχέδιο, άλλωστε, στηρίζεται σε σημαντικές χρηματοδοτικές προϋποθέσεις. Προβλέπει αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου συνολικού ύψους 88,8 εκατ. ευρώ έως το 2029: 50,7 εκατ. ευρώ το 2026, 13,9 εκατ. το 2027, 10 εκατ. το 2028 και 14,2 εκατ. ευρώ το 2029. Παράλληλα, οι συνολικές επενδυτικές ανάγκες πριν από τις σχετικές προσαρμογές υπολογίζονται περίπου στα 100 εκατ. ευρώ στο υφιστάμενο σενάριο και στα 105,1 εκατ. ευρώ στα αναπτυξιακά σενάρια. Στον σχεδιασμό υπολογίζονται επίσης 33 εκατ. ευρώ που αναμένεται να εισπραχθούν μέσα στο 2027 από την απαλλοτρίωση της έκτασης των ΕΑΣ στον Υμηττό.
Το «μεγάλο ζητούμενο» σε σχέση με το δεκαετές Στρατηγικό και Επιχειρηματικό Σχέδιο της εταιρείας είναι αν οι προβλέψεις του μπορούν να μετατραπούν από αριθμούς επί χάρτου σε πραγματική παραγωγή και κερδοφορία. Για να συμβεί αυτό, δεν αρκεί μόνο να δημιουργηθούν τα Joint Ventures. Θα πρέπει να βρεθούν οι στρατηγικοί εταίροι, να επενδυθούν τα απαιτούμενα κεφάλαια και, κυρίως, να υπάρξει συγκεκριμένο παραγωγικό αντικείμενο. Και εδώ η Διοίκηση Μπουτσικάκη, αλλά και το υπουργείο Εθνικής Άμυνας πρέπει να απαντήσουν στο εξής: ποιες συγκεκριμένες παραγγελίες θα εξασφαλιστούν για τα ΕΑΣ και τα νέα Joint Ventures, ώστε να στηριχθούν στην πράξη οι φιλόδοξες προβλέψεις για σωρευτικά κέρδη προ φόρων έως 321,6 εκατ. ευρώ στη δεκαετία;
Η απορρύπανση του Λαυρίου
Εξίσου αμφιλεγόμενο εμφανίζεται το ζήτημα του κόστους για την απορρύπανση και την περιβαλλοντική αποκατάσταση των εγκαταστάσεων των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (ΕΑΣ) στο Λαύριο, το οποίο επίσης αναμένεται να εισαχθεί προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση των μετόχων. Η εκτίμηση που συνέταξε το Ινστιτούτο Αειφόρου Διαχείρισης των Υδάτων και Δικαίου του Νερού του EPLO, στηριζόμενο σε επιστημονικά δεδομένα και έρευνες κυρίως του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και δευτερευόντως του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ανεβάζει, με τα σημερινά δεδομένα, τον λογαριασμό της απορρύπανσης έως και τα 29,15 εκατ. ευρώ, πλέον ΦΠΑ.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη παράμετρος: τα ποσά αυτά δεν αποτελούν τον τελικό λογαριασμό, αλλά μια προσωρινή, προκαταρκτική εκτίμηση. Η έρευνα για την πραγματική έκταση, την ένταση και το βάθος της ρύπανσης δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, δεν έχουν αξιολογηθεί όλα τα δείγματα και, όπως αναφέρεται στο ίδιο το εισηγητικό σημείωμα, δεν έχουν οριστικοποιηθεί ούτε οι τεχνικές που τελικά θα επιλεγούν για την απορρύπανση.
Και εδώ ακριβώς γεννιούνται νέα ερωτήματα. Γιατί μια προκαταρκτική εκτίμηση κόστους εισάγεται σε αυτή τη φάση στη Γενική Συνέλευση των μετόχων των ΕΑΣ; Τι ακριβώς καλούνται να εγκρίνουν οι μέτοχοι; Ένα ανώτατο όριο δαπάνης; Την έναρξη συγκεκριμένων έργων απορρύπανσης; Ένα συνολικό χρηματοδοτικό πλαίσιο; Και, κυρίως, τι θα συμβεί εάν, όταν ολοκληρωθούν οι έρευνες και επιλεγούν οι τελικές τεχνικές αποκατάστασης, ο πραγματικός λογαριασμός ξεπεράσει τις σημερινές εκτιμήσεις; Το εισηγητικό σημείωμα του EPLO, με ημερομηνία 6 Ιουλίου 2026, ξεκαθαρίζει από την πρώτη κιόλας σελίδα ότι πρόκειται για «προκαταρκτική» αξιολόγηση. Επισημαίνει, μάλιστα, ότι δεν πρόκειται για τελική εκτίμηση ούτε του επιπέδου της ρύπανσης ούτε των μεθόδων αποκατάστασης. Τα συμπεράσματα θα πρέπει να συμπληρωθούν με τα αποτελέσματα των αναλύσεων που ακόμη αναμένονται, αλλά και με τις αξιολογήσεις των αρμόδιων επιστημονικών επιτροπών.
Τα μεγέθη, πάντως, είναι ήδη μεγάλα. Από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 2026 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 65 δειγματοληψίες σε έδαφος, υπέδαφος και υπόγεια ύδατα. Οι έρευνες έφθασαν σε βάθος έως και 7 μέτρα, ενώ δείγμα υπόγειου νερού ελήφθη από υδρογεώτρηση σε βάθος 43 μέτρων. Στην περιοχή του «Λάκκου», η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα βασικά σημεία συγκέντρωσης της ρύπανσης, η νέα έρευνα κάλυψε επιφάνεια περίπου 300 τετραγωνικών μέτρων και βάθος έως 7,5 μέτρα. Εκεί η μέση συγκέντρωση TNT υπολογίστηκε περίπου στο 2,1% κατά βάρος, ενώ σε συγκεκριμένο υπόγειο στρώμα, σε βάθος περίπου 3 μέτρων, καταγράφηκε συγκέντρωση που έφθασε το 14,3%.
Στον δεύτερο βασικό τομέα που εξετάζεται, αυτόν της υπεδάφιας διάθεσης υγρών αποβλήτων, η μέση συγκέντρωση TNT εμφανίζεται χαμηλότερη, στο 0,7%, ενώ η υψηλότερη τιμή φθάνει το 1,5%, σε βάθος περίπου 1,5 μέτρου. Με βάση αυτά τα πρώτα δεδομένα, εκτιμάται ότι μπορεί να χρειαστεί να εκσκαφούν και να απομακρυνθούν συνολικά περίπου 3.000 τόνοι ρυπασμένου εδάφους. Μόνο η επεξεργασία και η παράδοση του υλικού σε κατάλληλη εξωτερική εγκατάσταση υπολογίζεται ότι θα κοστίσει από 1.500 έως 2.000 ευρώ ανά τόνο.
Με απλά λόγια, ο πρώτος λογαριασμός μόνο για αυτή την εργασία κινείται μεταξύ 4,5 και 6 εκατ. ευρώ. Το ποσό, όμως, μπορεί να αυξηθεί. Εάν κριθεί αναγκαία η χημική εξουδετέρωση μέρους του ρυπασμένου εδάφους και απαιτηθεί στη συνέχεια η προμήθεια και διάστρωση νέου, καθαρού χώματος, το συνολικό κόστος για την ασφαλή εκσκαφή, τη φόρτωση, την απομάκρυνση, την παράδοση του υλικού σε εξωτερική εγκατάσταση και την αποκατάσταση του χώρου εκτιμάται ότι μπορεί να φθάσει συνολικά τα 5 έως 7 εκατ. ευρώ.
«Ενεργή βόμβα»
Το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Πρόκειται για τις 10 δεξαμενές καθίζησης ιλύος στον χώρο της αυλής των οξέων, οι οποίες, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση, περιέχουν περίπου 50 τόνους στερεοποιημένης εκρηκτικής ιλύος. Εκεί το πρόβλημα εμφανίζεται σαφώς πιο δύσκολο και επικίνδυνο. Από τις μέχρι σήμερα δειγματοληψίες σε πέντε από τις δέκα δεξαμενές προκύπτουν ενδείξεις ότι οι συγκεντρώσεις TNT στα ανώτερα στρώματα της ιλύος μπορεί να φθάνουν ακόμη και το 20%-25% κατά βάρος.
Η προκαταρκτική αξιολόγηση εκτιμά, μάλιστα, ότι στα βαθύτερα στρώματα, κάτω από το ένα μέτρο, η περιεκτικότητα μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη, με τη μέση συγκέντρωση να μην αποκλείεται να κινηθεί ακόμη και πάνω από το 30%. Αυτό εξηγεί και γιατί οι δέκα δεξαμενές αποτελούν το ακριβότερο και πιθανότατα το πιο σύνθετο κομμάτι ολόκληρης της επιχείρησης.
Δεν πρόκειται για μια απλή διαδικασία απομάκρυνσης αποβλήτων. Απαιτούνται προηγουμένως έλεγχοι για τη στατική επάρκεια και την ασφάλεια των δεξαμενών, πρόσθετες δειγματοληψίες, εξουδετέρωση και αδρανοποίηση της εκρηκτικής ιλύος, ασφαλής εξαγωγή και προσωρινή αποθήκευσή της, μεταφορά του υλικού και, στο τέλος, αποσυναρμολόγηση και απομάκρυνση των ίδιων των δεξαμενών. Ο λογαριασμός μόνο για αυτό το μέρος του έργου εκτιμάται μεταξύ 15 και 18 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, οι δέκα δεξαμενές και η εκρηκτική ιλύς που περιέχουν αντιπροσωπεύουν, με βάση τις σημερινές εκτιμήσεις, το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού κόστους της απορρύπανσης.
Στην εξίσωση μπαίνουν, τέλος, και τα υπόγεια ύδατα. Οι μέχρι σήμερα μετρήσεις δείχνουν περιορισμένη ρύπανση, ωστόσο το εισηγητικό σημείωμα εξετάζει και το δυσμενέστερο ενδεχόμενο. Εάν απαιτηθούν πρόσθετες γεωτρήσεις και εργασίες εξυγίανσης μέσω άντλησης ή επιτόπιας επεξεργασίας, το σχετικό κόστος υπολογίζεται μεταξύ 500.000 και 1,5 εκατ. ευρώ, με ένα ενδεικτικό κόστος της τάξης των 500 έως 1.000 ευρώ ανά κυβικό μέτρο.
Έτσι, με βάση τις σημερινές και ακόμη προκαταρκτικές εκτιμήσεις, ο συνολικός λογαριασμός διαμορφώνεται σε ένα εύρος που μπορεί να φθάσει από τα 22,55 εκατ. έως τα 29,15 εκατ. ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Πίσω, όμως, από τα εκατομμύρια του κόστους αποκατάστασης αποκαλύπτεται μια πολύ πιο ανησυχητική πραγματικότητα. Η προκαταρκτική έρευνα έρχεται ουσιαστικά να πιστοποιήσει ότι μέσα στις εγκαταστάσεις των ΕΑΣ στο Λαύριο παραμένει μια δυνητικά «ενεργή βόμβα»: δεκάδες τόνοι στερεοποιημένης εκρηκτικής ιλύος, με ενδείξεις για εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις TNT, βρίσκονται ακόμη στις δεξαμενές, την ώρα που εκρηκτικοί ρύποι έχουν εντοπιστεί και στο έδαφος σε σημαντικό βάθος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο άμεσα θα εξουδετερωθεί αυτή η περιβαλλοντική και δυνητικά εκρηκτική απειλή, ποιος εγγυάται την ασφάλεια μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη εάν η αντιμετώπιση ενός προβλήματος τέτοιας κλίμακας καθυστερήσει.
Από το μπλακ άουτ στο Χρηματιστήριο
Τα διδάγματα από το μεγάλο μπλακ άουτ που έπληξε την Ισπανία και την Πορτογαλία τον Απρίλιο του 2025 επιχειρεί να ενσωματώσει στον σχεδιασμό της η ελληνική κυβέρνηση, θέτοντας σε διαβούλευση την Εθνική Στρατηγική για την Ανθεκτικότητα των Κρίσιμων Οντοτήτων 2026–2030. Βασικός στόχος του νέου πλαισίου είναι η καλύτερη προετοιμασία του κράτους και των αρμόδιων φορέων απέναντι σε κρίσεις που μπορούν να προκαλέσουν εκτεταμένες και αλυσιδωτές επιπτώσεις, από φυσικές καταστροφές και σοβαρές τεχνικές βλάβες έως κυβερνοεπιθέσεις, απεργιακές κινητοποιήσεις και άλλες απειλές.
Στο επίκεντρο της Στρατηγικής βρίσκονται τομείς ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της χώρας, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, η υγεία και οι τηλεπικοινωνίες, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τράπεζες και υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών εντάσσονται στο νέο «δίχτυ ασφαλείας», καθώς μια σοβαρή κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει τις συναλλαγές και τα συστήματα πληρωμών και, κατ' επέκταση, την ομαλή λειτουργία της οικονομίας.
Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό αποκτούν η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, χωρίς ωστόσο να αλλάζει η υφιστάμενη κατανομή των εποπτικών αρμοδιοτήτων. Ο τραπεζικός και χρηματοπιστωτικός τομέας καλύπτεται ήδη από τον ευρωπαϊκό Κανονισμό DORA για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και, για τον λόγο αυτό, το νέο πλαίσιο προβλέπει ειδική μεταχείριση, προκειμένου να αποφεύγονται διπλοί έλεγχοι και επικαλύψεις αρμοδιοτήτων.
Το βάρος πέφτει, αντίθετα, στην ενίσχυση του συντονισμού όταν ξεσπά μια κρίση. Η Στρατηγική προβλέπει τη σύναψη Τριμερούς Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ της Γενικής Γραμματείας Προστασίας Κρίσιμων Οντοτήτων, της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στόχος είναι, σε περίπτωση ενός σοβαρού περιστατικού, όπως μια μεγάλης έκτασης διακοπή ηλεκτροδότησης ή μια εκτεταμένη κυβερνοεπίθεση, οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να κινηθούν συντονισμένα, περιορίζοντας τις επιπτώσεις και διασφαλίζοντας, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, τη συνέχεια της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Σύμφωνα με τη Στρατηγική, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς περιλαμβάνονται στις αρμόδιες αρχές και στους φορείς που καλούνται να εφαρμόζουν και να εποπτεύουν το πλαίσιο, κατά λόγο αρμοδιότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέεται άμεσα με τον τραπεζικό κλάδο, ενώ η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών, στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι οργανωμένες αγορές και οι τόποι διαπραγμάτευσης, καθώς και οι υπηρεσίες εκκαθάρισης και διακανονισμού.
Το νέο σχήμα δεν οδηγεί στη μεταφορά των υφιστάμενων εποπτικών αρμοδιοτήτων σε μια νέα κεντρική αρχή. Επιχειρεί, αντίθετα, να διαμορφώσει έναν μόνιμο μηχανισμό συνεργασίας, με τη Γενική Γραμματεία Προστασίας Κρίσιμων Οντοτήτων να αναλαμβάνει τον κεντρικό στρατηγικό συντονισμό και την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διατηρούν τον εξειδικευμένο εποπτικό τους ρόλο στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η ανάγκη στενότερης συνεργασίας καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική από τον διατομεακό χαρακτήρα των σύγχρονων κρίσεων. Μια μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπίθεση, μια παρατεταμένη διακοπή ηλεκτροδότησης ή τηλεπικοινωνιών, αλλά και ένα ακραίο φυσικό φαινόμενο, μπορούν να πλήξουν ταυτόχρονα διαφορετικές κρίσιμες υποδομές. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι επιπτώσεις είναι δυνατόν να μεταφερθούν άμεσα στις τραπεζικές συναλλαγές, στα συστήματα πληρωμών και στις χρηματοπιστωτικές αγορές, προκαλώντας ένα ντόμινο προβλημάτων στην ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα.
Στον οδικό χάρτη εφαρμογής της Εθνικής Στρατηγικής έως το 2030 προβλέπεται, τέλος, η επίτευξη πλήρους διαλειτουργικότητας των σχετικών μηχανισμών με τα ευρωπαϊκά πλαίσια NIS2 και DORA. Στη διαδικασία αυτή θα συμμετέχουν η Γενική Γραμματεία Προστασίας Κρίσιμων Οντοτήτων, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με ζητούμενο τη δημιουργία ενός ενιαίου και αποτελεσματικού μηχανισμού πρόληψης, συντονισμού και αντίδρασης απέναντι σε κρίσεις που μπορούν να δοκιμάσουν τις αντοχές της οικονομίας και των κρίσιμων υποδομών της χώρας.
Η doValue Greece
Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική αγορά διαχείρισης απαιτήσεων διατήρησε το 2025 η doValue Greece, κλείνοντας τη χρονιά με 27 χαρτοφυλάκια συνολικής αξίας άνω των 35,2 δισ. ευρώ υπό διαχείριση. Κατά τη διάρκεια της χρήσης, η εταιρεία εξασφάλισε νέα χαρτοφυλάκια ύψους 4,4 δισ. ευρώ, ενώ διατήρησε μέσω της δευτερογενούς αγοράς χαρτοφυλάκια επιπλέον 1 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2025, τα έσοδα της doValue Greece διαμορφώθηκαν σε 173,27 εκατ. ευρώ, έναντι 181,92 εκατ. ευρώ το 2024. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 58,56 εκατ. ευρώ, από 71,9 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα EBITDA διαμορφώθηκαν στα 92 εκατ. ευρώ, έναντι 108 εκατ. ευρώ το 2024. Παρά την υποχώρηση της κερδοφορίας, τα ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν σημαντικά και έφθασαν τα 353,7 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025, από 314,1 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Η ενεργητική διαχείριση του χαρτοφυλακίου της doValue Greece συνεχίστηκε και μέσα στο 2026. Τον Μάρτιο ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση του χαρτοφυλακίου Etalia της Εθνικής Τράπεζας, ύψους περίπου 122 εκατ. ευρώ, ενώ τον Μάιο ολοκληρώθηκε η συναλλαγή Giza, που αφορά την πώληση επανεξυπηρετούμενων δανείων από την τιτλοποίηση Cairo 2, συνολικής αξίας περίπου 200 εκατ. ευρώ. Για το σύνολο του 2026, η doValue Greece βλέπει διατήρηση της δυναμικής στη δευτερογενή αγορά δανείων, τόσο στα εξασφαλισμένα όσο και στα μη εξασφαλισμένα χαρτοφυλάκια.
Η διαζωνική ενδοημερήσια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας
Παρέκκλιση έως την 1η Ιανουαρίου 2029 χορήγησε η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) στον ΑΔΜΗΕ, αναφορικά με την εφαρμογή του νέου χρονικού ορίου για το κλείσιμο της πύλης της διαζωνικής ενδοημερήσιας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η ΡΑΑΕΥ ενέκρινε το αίτημα του Διαχειριστή να μην εφαρμοστεί, επί του παρόντος, η υποχρέωση μεταφοράς του χρόνου λήξης των προσφορών της διαζωνικής ενδοημερήσιας αγοράς στα 30 λεπτά πριν από τον πραγματικό χρόνο. Η παρέκκλιση μπορεί να διατηρηθεί έως την 1η Ιανουαρίου 2029, με την Αρχή να καλεί παράλληλα τον ΑΔΜΗΕ να επιδιώξει την ταχύτερη δυνατή εφαρμογή του νέου μοντέλου.
Η αλλαγή εντάσσεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο προβλέπει από την 1η Ιανουαρίου 2026 το κλείσιμο της πύλης της διαζωνικής ενδοημερήσιας αγοράς το αργότερο 30 λεπτά πριν από τον πραγματικό χρόνο. Στόχος της ευρωπαϊκής ρύθμισης είναι οι συμμετέχοντες να μπορούν να πραγματοποιούν συναλλαγές όσο το δυνατόν πιο κοντά στον χρόνο παράδοσης, διευκολύνοντας παράλληλα την καλύτερη ενσωμάτωση της μεταβλητής παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Ο ΑΔΜΗΕ, ωστόσο, υποστήριξε ότι η άμεση μετάβαση από το υφιστάμενο χρονικό περιθώριο των 60 λεπτών στα 30 λεπτά δημιουργεί αυξημένους λειτουργικούς και συστημικούς κινδύνους. Μεταξύ των ζητημάτων που επικαλέστηκε περιλαμβάνονται η ανάγκη προσαρμογής των υφιστάμενων λειτουργικών διαδικασιών, η μετάβαση σε 15λεπτη Περίοδο Κατανομής στη Διαδικασία Ενοποιημένου Προγραμματισμού, καθώς και η ανάγκη αναβάθμισης των πληροφοριακών συστημάτων του Διαχειριστή. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις διαδικασίες διαχείρισης των διασυνδέσεων της Ελλάδας με την Ιταλία και τη Βουλγαρία.
Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, σε περίπτωση ασυμφωνίας κατά την αντιστοίχιση των διασυνοριακών προγραμμάτων απαιτείται σειρά διορθωτικών ενεργειών, οι οποίες χρειάζονται τουλάχιστον 30 λεπτά. Η μείωση του διαθέσιμου χρόνου αντίδρασης θα μπορούσε, κατά τον Διαχειριστή, να αυξήσει τον κίνδυνο προσωρινού «κλεισίματος» ενός συνόρου και μηδενισμού της διαθέσιμης χωρητικότητας της διασύνδεσης, επηρεάζοντας τόσο την ενδοημερήσια αγορά όσο και την αγορά εξισορρόπησης. Η ΡΑΑΕΥ έκρινε τελικά εύλογη την παράταση του χρονοδιαγράμματος εφαρμογής του ορίου των 30 λεπτών στα σύνορα Ελλάδας–Ιταλίας και Ελλάδας–Βουλγαρίας, το αργότερο έως τις αρχές του 2029, καθώς η αλλαγή δεν θεωρείται επί του παρόντος τεχνικά εφικτή και η άμεση εφαρμογή της εκτιμάται ότι ενδέχεται να δημιουργήσει κινδύνους για την ασφάλεια του εφοδιασμού.
Η απόφαση, πάντως, συνοδεύεται από συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τον ΑΔΜΗΕ. Ο Διαχειριστής καλείται μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης να εξειδικεύσει το σχέδιο δράσης του, σε συνεργασία με το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας και, όπου απαιτείται, με τους διαχειριστές των συστημάτων μεταφοράς της Ιταλίας και της Βουλγαρίας.
Τέλος, από το 2027 ο ΑΔΜΗΕ θα πρέπει να υποβάλλει στη ΡΑΑΕΥ ανά εξάμηνο επικαιροποιημένο σχέδιο δράσης, έως τις 10 Ιανουαρίου και τις 10 Ιουλίου κάθε έτους, αποτυπώνοντας την πρόοδο και τις νεότερες εξελίξεις. Η Ρυθμιστική Αρχή ζητεί, τέλος, από τον Διαχειριστή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε η μετάβαση στο κλείσιμο της διαζωνικής ενδοημερήσιας αγοράς 30 λεπτά πριν από τον πραγματικό χρόνο να πραγματοποιηθεί, εφόσον καταστεί εφικτό, νωρίτερα από την καταληκτική ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 2029.
Η Χαλυβουργία Ελλάδος
Σε τροχιά λειτουργικής κερδοφορίας παρέμεινε το 2025 η Χαλυβουργία Ελλάδος, με τον όμιλο να καταγράφει καθαρά κέρδη 11,87 εκατ. ευρώ, έναντι 10,66 εκατ. ευρώ το 2024, παρά τη μικρή υποχώρηση του κύκλου εργασιών. Σύμφωνα με τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε σε 263,98 εκατ. ευρώ από 266,90 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Την ίδια στιγμή, τα μικτά κέρδη ενισχύθηκαν σημαντικά, στα 53,36 εκατ. ευρώ από 42,11 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη προ φόρων και τόκων ανήλθαν σε 19,66 εκατ. ευρώ.
Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 11,56 εκατ. ευρώ. Βελτιωμένη εμφανίζεται και η ρευστότητα, καθώς τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα του ομίλου ανήλθαν σε 24,86 εκατ. ευρώ από 12,71 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Οι λειτουργικές δραστηριότητες δημιούργησαν καθαρές ταμειακές εισροές 43,79 εκατ. ευρώ, έναντι 21,75 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ οι αποπληρωμές δανείων έφθασαν τα 21 εκατ. ευρώ. Τα συνολικά ίδια κεφάλαια του ομίλου αυξήθηκαν στα 125,49 εκατ. ευρώ από 85,10 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024. Για το 2026, η διοίκηση δηλώνει ότι συνεχίζει την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδιασμού της, με ιδιαίτερη αναφορά στις θυγατρικές Volos Recycling Center και Sunsteel, οι οποίες δραστηριοποιούνται στους τομείς των βιομηχανικών αερίων και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αντίστοιχα. Οι σχετικές επενδύσεις αναμένεται να ολοκληρωθούν το 2027.
Κέρδη φέρνει το νερό ΘΕΟΝΗ
Ισχυρή αύξηση πωλήσεων και βελτίωση της κερδοφορίας κατέγραψε το 2025 η AHB Group Ανώνυμη Εταιρεία Εμφιαλώσεων, γνωστή στην αγορά από το εμπορικό σήμα ΘΕΟΝΗ. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας ανήλθε σε 38,19 εκατ. ευρώ, έναντι 32,01 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση περίπου 19,3%. Την ίδια στιγμή, το μικτό αποτέλεσμα ενισχύθηκε στα 20,9 εκατ. ευρώ από 17,23 εκατ. ευρώ, παρά την άνοδο του κόστους πωλήσεων στα 17,3 εκατ. ευρώ από 14,78 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Σε επίπεδο λειτουργικής κερδοφορίας, τα αποτελέσματα προ φόρων και τόκων διαμορφώθηκαν σε 3,6 εκατ. ευρώ, έναντι 3 εκατ. ευρώ το 2024.
Αυξημένο ήταν, πάντως, και το χρηματοοικονομικό κόστος, καθώς οι χρεωστικοί τόκοι ανήλθαν σε 1,32 εκατ. ευρώ από 931 χιλ. ευρώ το 2024. Ως αποτέλεσμα, τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 2,41 εκατ. ευρώ, έναντι 2,12 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Μετά την αφαίρεση φόρων εισοδήματος ύψους περίπου 166 χιλ. ευρώ, τα καθαρά κέρδη της ΘΕΟΝΗ ανήλθαν σε 2,24 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση περίπου 5,7% σε ετήσια βάση. Ενισχυμένη εμφανίζεται και η καθαρή θέση της εταιρείας, η οποία στο τέλος του 2025 διαμορφώθηκε σε 16,42 εκατ. ευρώ, από 14,86 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024.
Το σύνολο του ενεργητικού υποχώρησε ελαφρά στα 42,72 εκατ. ευρώ από 44,2 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις περιορίστηκαν σε 26,22 εκατ. ευρώ από 29,28 εκατ. ευρώ. Η αξία των ακινήτων αυξήθηκε σημαντικά στα 15,46 εκατ. ευρώ από 4,93 εκατ. ευρώ, ενώ το σύνολο των ενσώματων παγίων διαμορφώθηκε σε 27,35 εκατ. ευρώ, έναντι 18,65 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα. Τέλος, στο μέτωπο του δανεισμού, οι οικονομικές καταστάσεις αναφέρουν συνολικά μακροπρόθεσμα τραπεζικά δάνεια ύψους 4,27 εκατ. ευρώ, από 2,8 εκατ. ευρώ το 2024.
Η πιστοποίηση έργων τέχνης
Αυστηρότερους κανόνες στην πιστοποίηση της γνησιότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων φέρνει ο νέος Κώδικας Δεοντολογίας για τους εγγεγραμμένους στο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων. Η απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καλύπτει τόσο τις ιδιωτικές, εξωδικαστικές πραγματογνωμοσύνες όσο και εκείνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών.
Βασική αρχή είναι ότι ο πραγματογνώμονας πρέπει να λειτουργεί με αμεροληψία, ανεξαρτησία, επιστημονική επιμέλεια και εχεμύθεια, με αποκλειστικό στόχο την εξακρίβωση της γνησιότητας και της προέλευσης ενός έργου. Δεν μπορεί να αναλάβει υπόθεση εάν είναι ιδιοκτήτης ή συνιδιοκτήτης του αντικειμένου, μεσίτης ή πωλητής του ή έχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό συμφέρον από το αποτέλεσμα. Περιορισμοί ισχύουν επίσης για συγκεκριμένες συγγενικές σχέσεις με τον εντολέα ή τον ιδιοκτήτη, αλλά και όταν ο πραγματογνώμονας έχει προηγουμένως εμπλακεί στη συντήρηση, αποκατάσταση ή αξιολόγηση του ίδιου αντικειμένου.
Παράλληλα, απαγορεύεται η αμοιβή ή προμήθεια που εξαρτάται από το εάν ένα έργο θα κριθεί γνήσιο ή από το αποτέλεσμα της γνωμοδότησης. Η αμοιβή πρέπει να συμφωνείται εκ των προτέρων, ενώ εάν προκύψει σύγκρουση συμφερόντων στην πορεία, ο πραγματογνώμονας οφείλει να σταματήσει και να ενημερώσει άμεσα τον εντολέα ή την αρμόδια αρχή. Το νέο πλαίσιο βάζει δικλίδες και απέναντι στην παράνομη διακίνηση έργων τέχνης. Πριν αποφανθεί για τη γνησιότητα, ο πραγματογνώμονας πρέπει να ελέγχει για ενδείξεις κλοπής, παράνομης προέλευσης ή εξαγωγής, ακόμη και μέσω σχετικών βάσεων δεδομένων, ενημερώνοντας τις αρμόδιες αρχές εφόσον προκύψουν ύποπτα στοιχεία.
Η «ετυμηγορία» του πραγματογνώμονα δεν θα μπορεί να περιορίζεται σε ένα απλό «γνήσιο» ή «μη γνήσιο». Η γνωμοδότηση θα πρέπει να είναι έγγραφη και πλήρως αιτιολογημένη, καταγράφοντας όλα τα στοιχεία που οδήγησαν στο τελικό συμπέρασμα: από την περιγραφή και, όπου είναι δυνατόν, τη φωτογραφική τεκμηρίωση του έργου έως τον δημιουργό, την κατάσταση διατήρησης, τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε και τον βαθμό βεβαιότητας. Στο μικροσκόπιο θα μπαίνει και η «διαδρομή» του έργου στον χρόνο, μέσω της έρευνας προέλευσης (provenance), της βιβλιογραφίας και των καταλόγων προηγούμενων εκθέσεων ή πωλήσεων, ενώ η εξέταση μπορεί να συμπληρώνεται από στυλιστική ανάλυση και, όπου χρειάζεται, από εργαστηριακές ή απεικονιστικές μεθόδους. Τέλος, ο πραγματογνώμονας δεσμεύεται από αυστηρούς κανόνες εχεμύθειας, καθώς δεν μπορεί να αποκαλύπτει την ταυτότητα του εντολέα ή του ιδιοκτήτη ούτε να δημοσιοποιεί το περιεχόμενο και το συμπέρασμα της έκθεσής του χωρίς προηγούμενη έγγραφη συναίνεση, εκτός εάν ο νόμος ή οι αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές ορίζουν διαφορετικά.
Η Μαρίνα Ζέας
Την παροχή πρόσθετης εγγύησης ύψους έως 50 εκατ. ευρώ ενέκρινε το Διοικητικό Συμβούλιο της Μαρίνα Ζέας ΑΕ, στο πλαίσιο χρηματοδότησης που συνδέεται με τον όμιλο Venilia. Η Venilia Investments, εταιρεία συμμετοχών που ελέγχεται από την CVC Capital Partners, έχει εξαγοράσει τον όμιλο D-Marin, ο οποίος διαχειρίζεται τη Μαρίνα Ζέας στον Πειραιά και σειρά άλλων μαρινών στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η Μαρίνα Ζέας συμμετέχει από το 2021 στη σχετική σύμβαση χρηματοδότησης ως πρόσθετος εγγυητής, παρέχοντας εγγυήσεις και εξασφαλίσεις. Το 2024 η συμφωνία τροποποιήθηκε, ανεβάζοντας τη συνολική χρηματοδότηση στα 235 εκατ. ευρώ, ενώ τον Απρίλιο του 2026 προστέθηκε χρηματοδότηση έως 50 εκατ. ευρώ. Με τη νέα απόφαση, οι εγγυήσεις και εμπράγματες εξασφαλίσεις μπορούν πλέον να καλύπτουν απαιτήσεις κεφαλαίου έως 285 εκατ. ευρώ. Η πρόσθετη ρευστότητα προορίζεται για κεφάλαιο κίνησης και γενικούς εταιρικούς σκοπούς, ενώ οι εξασφαλίσεις συνδέονται και με την εξαγορά της Marina di Olbia στην Ιταλία, προβλέποντας, εφόσον απαιτηθεί, παροχή εξασφάλισης σε μετρητά από την D-Marin Italy.

























