Απογοητευτική ήταν η παρουσία των εκπροσώπων των πολιτικών κομμάτων στη χθεσινή συνεδρίαση της Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η ακρόαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα εν όψει της ανανέωσης της θητείας του για τρίτη συνεχόμενη φορά, κάτι που θα αποφασισθεί επισήμως σήμερα από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Η κριτική μας εστιάζεται στο ότι δεν ζητήθηκε από τον κεντρικό τραπεζίτη να προχωρήσει σε έναν συνολικό απολογισμό της δωδεκαετούς θητείας του, ούτε να τοποθετηθεί για πιθανές επιτυχίες, αστοχίες ή παραλείψεις. Δεδομένης της θεσμικής ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας, οι διαδικασίες ανανέωσης της θητείας αποτελούν από τις ελάχιστες ευκαιρίες κοινοβουλευτικής αξιολόγησης των πεπραγμένων του εκάστοτε Διοικητή. Και χθες αυτή η ευκαιρία πήγε χαμένη.
Για παράδειγμα, ο κ. Στουρνάρας δεν κλήθηκε να τοποθετηθεί για ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά στο πεδίο εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος, και ειδικότερα στην εποπτεία των μη συστημικών τραπεζών και των ειδικών εκκαθαρίσεων. Το πιο χαρακτηριστικό η υπόθεση της Attica Bank κατά την περίοδο 2016–2022, η οποία -λόγω των χειρισμών και της ΤτΕ-, κατέληξε σε διαδοχικές κεφαλαιακές ενισχύσεις από το Ελληνικό Δημόσιο μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, συνολικού ύψους περίπου 952 εκατ. ευρώ, καθώς και σε πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση λόγω διαγραφής αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) ύψους 239 εκατ. ευρώ. Όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία Διευθύνων Σύμβουλος της τράπεζας ήταν ο Θεόδωρος Πανταλάκης, στενός φίλος του κ. Στουρνάρα, ενώ βασικός μέτοχος ήταν το Ταμείο των Μηχανικών (ΤΣΜΕΔΕ), το οποίο κατέγραψε απώλειες άνω των 800 εκατ. ευρώ από τη συμμετοχή του στην Attica Bank.
Παράλληλα, δεν τέθηκαν στον κ. Στουρνάρα ερωτήματα σχετικά με το πρόγραμμα τιτλοποίησης μη εξυπηρετούμενων δανείων Artemis Securitisation S.A., ούτε για τη λειτουργία της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων Θεά Άρτεμις, όπου συμμετείχε σε διοικητικό ρόλο η πρώην συνεργάτιδα του Διοικητή, Ειρήνη Μαραγκουδάκη, εκπροσωπώντας παράλληλα την Ellington Solutions. Το αναφέρουμε διότι οι μέτοχοι της Attica Bank δεν έχουν μάθει ακόμη και σήμερα πόσο κόστισαν οι χειρισμοί της Διοίκησης Πανταλάκη στην ευφάνταστή αυτή τιτλοποίηση που τελικά ανετράπη από την κρίση του SSM, εκθέτοντάς την ΤτΕ.
Εκτός της χθεσινής συζήτησης στη Βουλή έμεινε επίσης η αποτίμηση της λειτουργίας της εταιρείας PQH, η οποία συστάθηκε το 2016 και ορίστηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος ως Ενιαίος Ειδικός Εκκαθαριστής για τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που τέθηκαν υπό ειδική εκκαθάριση. Η απουσία ερωτήσεων για τις δεκαετείς επιδόσεις της PQH και τον απολογισμό της εποπτείας της ΤτΕ σε αυτή, είναι απογοητευτική, δεδομένου ότι σημαντικό μέρος της διοικητικής της στελέχωσης σχετίζεται με επιλογές της ίδιας της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επιπλέον, δεν υπήρξαν ερωτήσεις προς τον κ. Στουρνάρα για τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την αξιολόγηση επενδυτών που επιδίωξαν ή τελικώς απέκτησαν συμμετοχές σε τραπεζικά ιδρύματα (qualified holdings), ούτε για τα κριτήρια καταλληλότητας (fit and proper) που εφαρμόστηκαν για συγκεκριμένα ανώτατα στελέχη, συστημικών και μη συστημικών τραπεζών, πεδίο το οποίο επίσης εμπίπτει στις αρμοδιότητες της εποπτικής αρχής.
Τέλος, δεν ζητήθηκε από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος να διαφωτίσει τη Βουλή και τους πολίτες για το ποιος ακριβώς ήταν ο ρόλος της ΤτΕ στην υπόθεση των «Cocos» της Τράπεζας Πειραιώς το 2020 και εάν είχε εκτιμήσει ή όχι ότι η μη πληρωμή του κουπονιού θα οδηγούσε υποχρεωτικά στη μετατροπή τους σε μετοχές και σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για το Δημόσιο.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στην Επιτροπή, έκανε λόγο για την «αντανάκλαση της αξίας του διοικητή». Επιμένουμε πως το μέγεθος της αξίας αυτής θα μπορούσε να αποτυπωθεί ακόμη πιο καθαρά μέσα από μια ουσιαστική αποτίμηση των εποπτικών αποφάσεων που έλαβε ο κ. Στουρνάρας στο πλαίσιο των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Ωστόσο, οι ερωτήσεις των βουλευτών - μελών της Επιτροπής δεν συνέβαλαν προς αυτή την κατεύθυνση.
Τι αλλάζει για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες
Η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) ενέκρινε τον νέο συντελεστή εκπομπών CO₂ για την Ελλάδα στο πλαίσιο του μηχανισμού αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για την περίοδο 2026-2030. Η ΡΑΑΕΥ αποφάσισε ότι ο συντελεστής εκπομπών CO₂ θα είναι 0,82 τόνοι CO₂ ανά MWh ηλεκτρικής ενέργειας, αντί για 0,58 που ήταν η προεπιλεγμένη ευρωπαϊκή τιμή. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θεωρεί πως το ηλεκτρικό ρεύμα που καταναλώνεται εδώ «κουβαλά» μεγαλύτερο έμμεσο κόστος εκπομπών, επειδή η τιμή του επηρεάζεται έντονα από μονάδες φυσικού αερίου, λιγνίτη και κυρίως από εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από γειτονικές χώρες που έχουν πιο ρυπογόνο παραγωγή.
Ποιον επηρεάζει; Όχι τα νοικοκυριά. Επηρεάζει κυρίως βιομηχανίες υψηλής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας — όπως αυτές που παράγουν αλουμίνιο, χάλυβα, τσιμέντο, μεταλλουργίες και άλλους εξαγωγικούς κλάδους — που ήδη πληρώνουν έμμεσα το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών μέσω της τιμής του ρεύματος. Γιατί έχει σημασία; Επειδή αυτές οι επιχειρήσεις παίρνουν κρατικές ενισχύσεις (αποζημιώσεις) για να αντισταθμίζουν αυτό το επιπλέον κόστος CO₂ και να μην χάνουν ανταγωνιστικότητα απέναντι σε εταιρείες εκτός ΕΕ. Ουσιαστικά, ο νέος συντελεστής θα χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό των κρατικών ενισχύσεων που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις αυτές, με στόχο να αντισταθμιστεί το αυξημένο ενεργειακό κόστος και να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητά τους έναντι παραγωγών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσο υψηλότερος ο συντελεστής, τόσο μεγαλύτερο το κόστος που αναγνωρίζεται και κατά συνέπεια τόσο μεγαλύτερη η αποζημίωση.
Οι επιδόσεις της ACS
Η ACS έκλεισε το 2025 με βελτιωμένες επιδόσεις σε επίπεδο εσόδων, λειτουργικής κερδοφορίας, ενώ ενίσχυσε περαιτέρω τη ρευστότητα και την κεφαλαιακή της θέση. Ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 163,58 εκατ. ευρώ, έναντι 157,90 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση περίπου 3,6% σε ετήσια βάση. Το μικτό κέρδος ανήλθε στα 44,86 εκατ. ευρώ, από 42,90 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος, καθώς το κόστος πωληθέντων διαμορφώθηκε στα 118,72 εκατ. ευρώ έναντι 115 εκατ. ευρώ το 2024. Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 22,96 εκατ. ευρώ, από 21,23 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά φόρων ανήλθαν σε 16,77 εκατ. ευρώ, έναντι 16,49 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Στον ισολογισμό, το σύνολο ενεργητικού αυξήθηκε στα 135,56 εκατ. ευρώ από 115,74 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας κυρίως την αύξηση παγίων και απαιτήσεων. Τα ενσώματα πάγια έφθασαν τα 67,62 εκατ. ευρώ από 61,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα δικαιώματα χρήσης περιουσιακών στοιχείων ανήλθαν σε 4,41 εκατ. ευρώ από 1,67 εκατ. ευρώ. Οι εμπορικές απαιτήσεις και λοιπές απαιτήσεις αυξήθηκαν σημαντικά στα 24,18 εκατ. ευρώ από 18,49 εκατ. ευρώ, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα ενισχύθηκαν στα 37,32 εκατ. ευρώ από 30,98 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας περαιτέρω τη ρευστότητα της εταιρείας. Τα ίδια κεφάλαια της ACS διαμορφώθηκαν στα 92,77 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά σχεδόν 11,7 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2024, όταν ανέρχονταν σε 81,08 εκατ. ευρώ. Στις ταμειακές ροές, οι λειτουργικές δραστηριότητες παρήγαγαν καθαρές εισροές 22,91 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία πραγματοποίησε επενδύσεις ύψους 10,23 εκατ. ευρώ σε πάγια και άυλα στοιχεία μέσα στη χρήση, έναντι 7,75 εκατ. ευρώ το 2024.
Το call option της GLS
Η 30η Οκτωβρίου 2026 αναδεικνύεται σε καθοριστικό ορόσημο για το μέλλον της ACS, καθώς τότε η General Logistics Systems B.V. θα αποφασίσει εάν θα ασκήσει το δικαίωμα προαίρεσης (call option) που διαθέτει για την απόκτηση του πλήρους ελέγχου της εταιρείας. Η δυνατότητα αυτή απορρέει από τη συμφωνία που υπεγράφη στις 21 Οκτωβρίου 2024 μεταξύ της Quest Συμμετοχών και της GLS, βάσει της οποίας η δεύτερη απέκτησε αρχικά το 20% της ACS, ενώ η Quest διατήρησε το υπόλοιπο 80% και τη διοίκηση της εταιρείας. Σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος, η GLS θα αποκτήσει το υπόλοιπο 80% και θα περάσει στον πλήρη έλεγχο της ACS, σηματοδοτώντας αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας. Αντίθετα, εάν το call option δεν ενεργοποιηθεί, η συμφωνία προβλέπει ότι η Quest Συμμετοχών θα έχει δικαίωμα επαναγοράς του 20% που κατέχει σήμερα η GLS μέσω προκαθορισμένου μηχανισμού.
Η ΑΜΚ της ΔΕΗ
Η καταβολή του συνόλου των κεφαλαίων από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, ύψους 4,25 δισ. ευρώ, πιστοποιήθηκε επισήμως χθες, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση μίας από τις μεγαλύτερες κεφαλαιακές ενισχύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην ελληνική αγορά τα τελευταία χρόνια. Η σχετική πιστοποίηση καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), επιβεβαιώνοντας ότι η διαδικασία ολοκληρώθηκε επιτυχώς και το σύνολο των κεφαλαίων καταβλήθηκε εμπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας, το συνολικό ποσό των 4.249.999.992,51 ευρώ, που προέκυψε από τη δημόσια προσφορά και την ιδιωτική τοποθέτηση νέων μετοχών, κατατέθηκε εξ ολοκλήρου στον ειδικό λογαριασμό της ΔΕΗ, ο οποίος τηρείται στο πιστωτικό ίδρυμα. Η τράπεζα επιβεβαίωσε ότι τα κεφάλαια είχαν ήδη συγκεντρωθεί και βρίσκονταν κατατεθειμένα στον λογαριασμό της εταιρείας κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Την ίδια ώρα, ανεξάρτητη έκθεση διασφάλισης της Deloitte πιστοποίησε ότι η καταβολή των κεφαλαίων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου και εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Ο ορκωτός ελεγκτής επιβεβαίωσε ότι ποσό 565,75 εκατ. ευρώ καταχωρήθηκε στον λογαριασμό «Μετοχικό Κεφάλαιο», ενώ επιπλέον 3,68 δισ. ευρώ εγγράφηκαν ως «Διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο». Η πιστοποίηση αφορά την πλήρη κάλυψη της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου μέσω της έκδοσης 228.126.677 νέων κοινών μετοχών, με τη συμμετοχή επενδυτών τόσο από τη δημόσια προσφορά όσο και από την ιδιωτική τοποθέτηση. Από το συνολικό ποσό, περίπου 304,2 εκατ. ευρώ προήλθαν από τη δημόσια προσφορά και σχεδόν 3,95 δισ. ευρώ από την ιδιωτική τοποθέτηση. Μετά την ολοκλήρωση και την επίσημη πιστοποίηση της καταβολής, το μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ αυξήθηκε στα 1,48 δισ. ευρώ και πλέον διαιρείται σε 597,4 εκατ. κοινές μετοχές, ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή βάση και τη χρηματοδοτική δυνατότητα του ομίλου.
Η Inform Λύκος
Η Inform Λύκος παρουσίασε βελτίωση των οικονομικών της μεγεθών το 2025, ενισχύοντας τόσο τον κύκλο εργασιών όσο και την κερδοφορία της, με βασικούς μοχλούς ανάπτυξης τα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού στον δημόσιο τομέα. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας διαμορφώθηκε στα 66,24 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 63,12 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση κατά 3,12 εκατ. ευρώ ή 4,9%. Παράλληλα, το μικτό κέρδος πρώτου επιπέδου αυξήθηκε κατά 10,9% και διαμορφώθηκε στα 35,8 εκατ. ευρώ από 32,3 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ το μικτό περιθώριο κέρδους ενισχύθηκε στο 54,1% από 51,2%. Σε δεύτερο επίπεδο, το μικτό κέρδος ανήλθε σε 15,97 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 6,5%, με το αντίστοιχο περιθώριο να φτάνει στο 24,1%. Σημαντική ήταν και η βελτίωση της λειτουργικής κερδοφορίας. Τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ανήλθαν στα 12,31 εκατ. ευρώ έναντι 9,25 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας άνοδο 33,2%, ενώ το περιθώριο EBITDA διαμορφώθηκε στο 18,6% από 14,6% ένα χρόνο νωρίτερα. Τα λειτουργικά κέρδη (EBIT) αυξήθηκαν κατά 37,4% και διαμορφώθηκαν στα 9,46 εκατ. ευρώ, από 6,88 εκατ. ευρώ το 2024. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στα καθαρά αποτελέσματα. Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 7,86 εκατ. ευρώ από 4,96 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας άνοδο 59%, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά φόρων διαμορφώθηκαν στα 6,14 εκατ. ευρώ έναντι 3,78 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 63,2%. Παράλληλα, το καθαρό χρηματοοικονομικό κόστος περιορίστηκε κατά 18,2%, στα 1,59 εκατ. ευρώ. Σε επίπεδο ισολογισμού, το σύνολο του ενεργητικού αυξήθηκε κατά 15,6%, φτάνοντας τα 57,83 εκατ. ευρώ από 50 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν κατά 40,3% και διαμορφώθηκαν στα 21,37 εκατ. ευρώ. Τα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά 36,4%, στα 27,55 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της αύξησης των συμβατικών περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με έργα ψηφιοποίησης του Δημοσίου. Βελτίωση παρουσίασε και η εικόνα ρευστότητας και δανεισμού. Το καθαρό κεφάλαιο κίνησης ενισχύθηκε κατά 138,4% και διαμορφώθηκε στα 4,38 εκατ. ευρώ, ενώ ο καθαρός δανεισμός μειώθηκε κατά 25,3%, στα 11,81 εκατ. ευρώ από 15,8 εκατ. ευρώ το 2024. Τα ταμειακά διαθέσιμα υπερδιπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 5,35 εκατ. ευρώ. Τέλος, στη διάρκεια του 2025 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις ύψους 4,4 εκατ. ευρώ.
Η Πλαστικά Κρήτης
Η Πλαστικά Κρήτης εντάχθηκε στο καθεστώς ενίσχυσης «Μεταποίηση – Εφοδιαστική Αλυσίδα» του αναπτυξιακού νόμου για επενδυτικό σχέδιο που αφορά στην επέκταση της παραγωγικής της δυναμικότητας στο Ηράκλειο Κρήτης, μέσω εγκατάστασης νέας γραμμής παραγωγής έγχρωμων masterbatches με συνολικό επιλέξιμο και ενισχυόμενο κόστος που ανέρχεται σε 9,93 εκατ. ευρώ. Το επενδυτικό σχέδιο αφορά sτην ενίσχυση της παραγωγής έγχρωμων masterbatches, δηλαδή ειδικών προσθέτων και χρωστικών που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία πλαστικών, με στόχο την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας της εταιρείας. Για την επένδυση προβλέπεται ενίσχυση ύψους 4,76 εκατ. ευρώ, η οποία θα δοθεί αποκλειστικά με τη μορφή φορολογικής απαλλαγής και όχι άμεσης επιχορήγησης. Η συνολική φορολογική ενίσχυση αντιστοιχεί σε ποσοστό 48% επί του επενδυτικού σχεδίου, ενώ το συνολικό ποσοστό περιφερειακής ενίσχυσης διαμορφώνεται στο 60%.
Η Quest Ενεργειακή
Η Quest Ενεργειακή προχωρά σε αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου της, δρομολογώντας τη συγχώνευση μέσω απορρόφησης οκτώ θυγατρικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα των φωτοβολταϊκών έργων. Στο σχήμα εντάσσονται οι εταιρείες ΕΥ Ενεργειακή, Κερκαφός Ενεργειακή, Louko Energy, Aphrodite Energy, ΚΑΠΑ Ενεργειακή, KGS Ενεργειακή, Rose Energy και Nefeli Energy. Η κίνηση αποτελεί μέρος της στρατηγικής ενοποίησης των δραστηριοτήτων της εταιρείας, καθώς οι οκτώ θυγατρικές λειτουργούν φωτοβολταϊκά πάρκα κυρίως στις περιοχές του Ωρωπού, των Αφιδνών, της Παιανίας και του Συκαμίνου. Σύμφωνα με το σχέδιο συγχώνευσης, επιδίωξη είναι η λειτουργία των εννέα εταιρικών σχημάτων ως ενιαίου συνόλου, με στόχο την απλοποίηση της εταιρικής δομής και την ενοποίηση του χαρτοφυλακίου έργων. Η Quest Ενεργειακή διατηρεί ήδη το 100% των εταιρικών μεριδίων των απορροφώμενων εταιρειών, γεγονός που σημαίνει ότι από τη διαδικασία δεν προκύπτει σχέση ανταλλαγής μετοχών ούτε μεταβολή στο μετοχικό κεφάλαιο της απορροφώσας εταιρείας. Ως εκ τούτου, το μετοχικό κεφάλαιο της Quest Ενεργειακής παραμένει αμετάβλητο στα 10,53 εκατ. ευρώ.


























