Η Viva Wallet κατέγραψε βελτίωση των οικονομικών της επιδόσεων κατά τη χρήση 2025, παρουσιάζοντας ανάπτυξη εσόδων, αύξηση όγκου συναλλαγών και επιστροφή σε θετική λειτουργική κερδοφορία. Σύμφωνα με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του 2025 τα συνολικά έσοδα του ομίλου ανήλθαν σε 258,6 εκατ. ευρώ, με βασικό μοχλό ανάπτυξης τις υπηρεσίες acquiring και εκκαθάρισης συναλλαγών, οι οποίες συνεισέφεραν 195,7 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 75,7% του συνολικού κύκλου εργασιών. Σε επίπεδο ανάπτυξης, ο όμιλος εμφάνισε αύξηση συνολικών εσόδων κατά 26% σε σύγκριση με το 2024, ενώ τα μικτά κέρδη αυξήθηκαν ακόμη ταχύτερα, κατά 34%, ένδειξη βελτίωσης του περιθωρίου μικτής κερδοφορίας και καλύτερης λειτουργικής αποδοτικότητας. Η σημαντικότερη μεταβολή αφορά τη λειτουργική κερδοφορία. Το προσαρμοσμένο EBITDA διαμορφώθηκε σε θετικό επίπεδο στα 16,8 εκατ. ευρώ, έναντι αρνητικού EBITDA 25,6 εκατ. ευρώ το 2024. Η συνολική μεταβολή ανέρχεται σε 42,4 εκατ. ευρώ, γεγονός που αντιστοιχεί σε λειτουργική βελτίωση άνω του 165% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, ο συνολικός όγκος συναλλαγών ανήλθε σε 37,2 δισ. ευρώ, ο αριθμός συναλλαγών έφτασε τα 604,9 εκατομμύρια, ενώ ο μέσος όρος αξίας ανά συναλλαγή διαμορφώθηκε περίπου στα 61,5 ευρώ. Η γεωγραφική παρουσία της Viva Wallet επεκτάθηκε σε 24 χώρες, διατηρώντας πανευρωπαϊκή κάλυψη, ενώ το ανθρώπινο δυναμικό διαμορφώθηκε σε 444 εργαζομένους. Με βάση τα οικονομικά δεδομένα, τα έσοδα ανά εργαζόμενο διαμορφώθηκαν περίπου στις 582 χιλ. ευρώ.
Επίθεση Καρώνη σε JP Morgan
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Viva Wallet, Χάρης Καρώνης, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της JPMorgan Chase μέσα από το μήνυμά του στην ετήσια έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου για το 2025, κατηγορώντας την αμερικανική τράπεζα ότι υπονόμευσε συστηματικά την ανάπτυξη και την αποτίμηση της εταιρείας. Όπως ανέφερε ο επικεφαλής της Viva Wallet, το 2025 αποτέλεσε μία από τις δυσκολότερες χρονιές στην ιστορία της εταιρείας, με τη διοίκηση να καλείται να λειτουργήσει υπό «αμείωτη εξωτερική πίεση». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πιέσεις αυτές δεν προέρχονταν ούτε από τις συνθήκες της αγοράς ούτε από τις εποπτικές αρχές, αλλά από τη στάση και τη συμπεριφορά της JP Morgan υπό την ιδιότητά της ως μετόχου της εταιρείας.
Ο κ. Καρώνης υποστήριξε ότι η JP Morgan παρεμπόδισε κρίσιμες στρατηγικές πρωτοβουλίες της Viva Wallet, όπως την ανάπτυξη SPV, τη συγχώνευση εταιρικών οντοτήτων και την επέκταση στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξαιτίας –όπως σημείωσε– της άρνησής της να επιλύσει ζητήματα που σχετίζονται με τον αμερικανικό Κανονισμό Κ. Παράλληλα, έκανε λόγο για «σκόπιμη και αποδοκιμαστέα παρεμπόδιση», η οποία οδήγησε ακόμη και στον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στην ιστορία της εταιρείας τον Νοέμβριο του 2025.
Στο ίδιο μήνυμα, ο επικεφαλής της Viva Wallet αναφέρθηκε εκτενώς και στη δικαστική αντιπαράθεση με την JP Morgan, χαρακτηρίζοντας την αγωγή ύψους 1 δισ. ευρώ που είχε ασκηθεί προσωπικά κατά μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως «υπολογισμένη πράξη εκφοβισμού». Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπόθεση δημιούργησε τοξικό κλίμα στο εσωτερικό του ομίλου, επηρέασε την αγορά και επιβάρυνε τη λειτουργία της διοίκησης, παρότι –όπως σημείωσε– η αγωγή αποσύρθηκε αργότερα μετά από απόφαση αγγλικού δικαστηρίου.
Ο Χάρης Καρώνης κατηγόρησε επίσης την JP Morgan ότι επιχείρησε να πλήξει την αποτίμηση της Viva Wallet μέσω αντιφατικών μηνυμάτων προς την αγορά. Όπως ανέφερε, η αμερικανική τράπεζα παρουσίασε διαφορετικές αποτιμήσεις για την εταιρεία, από περίπου 2 δισ. ευρώ το 2022 έως σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα το 2025, γεγονός που –κατά τον ίδιο– δημιούργησε σύγχυση στην αγορά και επηρέασε αρνητικά τόσο το επενδυτικό ενδιαφέρον όσο και το πρόγραμμα stock options των εργαζομένων. Παρά τις συγκρούσεις, ο CEO της Viva Wallet τόνισε ότι η εταιρεία κατέγραψε ισχυρές οικονομικές επιδόσεις το 2025, επιστρέφοντας σε θετικό προσαρμοσμένο EBITDA. Υπογράμμισε δε ότι τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου και της διοικητικής ομάδας, ακόμη και υπό συνθήκες παρατεταμένης πίεσης.
Ισχυρή εκκίνηση το 2026
Όπως αναφέρεται στην έκθεση του ΔΣ μπήκε στο 2026 με ενισχυμένη θέση και επιδόσεις που ξεπερνούν τις αρχικές προβλέψεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πρώτου τετραμήνου, τα έσοδα του Ομίλου κατά το πρώτο τρίμηνο αυξήθηκαν κατά 28% σε 21 από τις 24 χώρες όπου δραστηριοποιείται, ενώ ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης (run rate) διαμορφώνεται περίπου στο 18%, έναντι 12% που προέβλεπε το αναθεωρημένο επιχειρηματικό της σχέδιο. Παράλληλα, η Viva προχώρησε στην ενεργοποίηση των υπηρεσιών της σε πέντε ακόμη ευρωπαϊκές χώρες μέσω του καθεστώτος «Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών», διευρύνοντας το συνολικό λειτουργικό της αποτύπωμα σε 29 χώρες. Η εταιρεία δηλώνει ότι διαθέτει πλέον έτοιμη υποδομή για την ανάπτυξη προϊόντων δανειοδότησης και υπηρεσιών factoring, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη ενσωματωθεί ενεργά σε όλες τις λειτουργίες του οργανισμού. Την ίδια στιγμή, γίνεται λόγος για σημαντικά βελτιωμένη βάση κόστους, στοιχείο που ενισχύει περαιτέρω την κερδοφορία του λειτουργικού μοντέλου. Η διοίκηση εκτιμά ότι οι προοπτικές ανάπτυξης παραμένουν ιδιαίτερα ισχυρές, καθώς οι ευρωπαϊκές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενώ ο διαχωρισμός μεταξύ υπηρεσιών πληρωμών και τραπεζικής δημιουργεί πρόσθετες λειτουργικές δυσκολίες στην αγορά. Επιπλέον, η αυξανόμενη ρυθμιστική πολυπλοκότητα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ενισχύει τη ζήτηση για ενοποιημένες χρηματοοικονομικές πλατφόρμες. Στο πλαίσιο αυτό, η Viva υποστηρίζει ότι το μοντέλο της, το οποίο συνδυάζει υπηρεσίες πληρωμών, τραπεζικές υπηρεσίες, χρηματοδότηση και υποδομές φορολογικής συμμόρφωσης σε μία ενιαία πλατφόρμα και κάτω από ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο, είναι πλήρως προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες της αγοράς.
Τέλος, σε οργανωτικό επίπεδο, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η διαδικασία συγχώνευσης με απορρόφηση της Viva Wallet Holdings από τη Vivabank. Η Viva Wallet Holdings αποτελεί σήμερα τον μοναδικό μέτοχο της Vivabank και η σχεδιαζόμενη αντίστροφη συγχώνευση αποσκοπεί στην απλοποίηση της εταιρικής δομής υπό ένα ενιαίο τραπεζικό ίδρυμα, το οποίο θα λειτουργεί σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση με μία άδεια και ενιαίο εποπτικό πλαίσιο. Η ολοκλήρωση της συναλλαγής τελεί υπό την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και υπό την τελική έγκριση των μετόχων των συγχωνευόμενων εταιρειών.
Η Skroutz, η Blackstone και το CVC
Η εξαγορά πλειοψηφικού πακέτου της Skroutz από τη Blackstone αποτιμά την ελληνική πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου κοντά στα 635 εκατ. ευρώ σε όρους enterprise value (EV), δηλαδή συμπεριλαμβανομένου του καθαρού δανεισμού και των λοιπών υποχρεώσεων. Η αποτίμηση θεωρείται ιδιαίτερα «απαιτητική» σε όρους θεμελιωδών μεγεθών, καθώς βασίζεται περισσότερο στις μελλοντικές ταμειακές ροές και στη στρατηγική θέση της εταιρείας παρά στα σημερινά επίπεδα κερδοφορίας. Με βάση τις οικονομικές καταστάσεις του 2024, ο όμιλος Skroutz εμφάνισε κύκλο εργασιών 131,1 εκατ. ευρώ, EBIT 8 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 5,1 εκατ. ευρώ, ενώ οι λειτουργικές ταμειακές ροές διαμορφώθηκαν στα 24,5 εκατ. ευρώ. Τα ταμειακά διαθέσιμα ανήλθαν στα 45,2 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές δανειακές υποχρεώσεις διαμορφώθηκαν περίπου στα 38,7 εκατ. ευρώ, αφήνοντας ουσιαστικά την εταιρεία σε καθαρή ταμειακή θέση. Σε επίπεδο αποτιμητικών πολλαπλασιαστών, η συναλλαγή συνεπάγεται EV/Sales περίπου 4,8x επί των εσόδων του 2024, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο παραδοσιακών retailers ή ώριμων ecommerce operators στην Ευρώπη. Παράλληλα, με εκτιμώμενο EBITDA κοντά στα 15 εκατ. ευρώ — λαμβάνοντας υπόψη αποσβέσεις άνω των 7 εκατ. ευρώ — η αποτίμηση αντιστοιχεί σε περίπου 40x–42x EV/EBITDA, πολλαπλασιαστή που συνήθως συναντάται σε εταιρείες υψηλής ανάπτυξης με έντονα χαρακτηριστικά platform economics και ισχυρό network effect. Ακόμη πιο απαιτητική εμφανίζεται η αποτίμηση σε επίπεδο καθαρής κερδοφορίας, καθώς το implied P/E υπερβαίνει τις 120 φορές τα καθαρά κέρδη του 2024, γεγονός που δείχνει ότι η αγορά δεν αποτιμά τη Skroutz ως μια ώριμη κερδοφόρα εταιρεία λιανικής, αλλά ως αναπτυσσόμενο ψηφιακό οικοσύστημα με δυνατότητα σημαντικής λειτουργικής μόχλευσης τα επόμενα χρόνια. Η Blackstone φαίνεται να αποτιμά κυρίως τη δεσπόζουσα θέση της Skroutz στο ελληνικό ecommerce, το καθετοποιημένο μοντέλο logistics και fulfillment, την ανάπτυξη fintech δραστηριοτήτων μέσω της EveryPay, αλλά και την προοπτική περιφερειακής επέκτασης σε Κύπρο, Ρουμανία και Βουλγαρία. Παράλληλα, η συμφωνία φαίνεται να κλείνει και έναν «ιδιαίτερα μακρύ» επενδυτικό κύκλο για το CVC Capital Partners, το οποίο είχε αποκτήσει το 44,9% της Skroutz το 2020, σε μια περίοδο όπου η εταιρεία βρισκόταν ακόμη σε μεταβατικό στάδιο από price comparison engine σε πλήρες marketplace. Με βάση την τρέχουσα αποτίμηση, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι το CVC πιθανότατα ανακτά ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος — αν όχι το σύνολο — των κεφαλαίων που επένδυσε τότε, χωρίς ωστόσο να προκύπτει μια υπεραπόδοση τύπου venture capital exit. Η παρατήρηση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές logistics, fulfillment, fintech και τεχνολογία, οι οποίες αύξησαν σημαντικά το λειτουργικό αποτύπωμα της εταιρείας, αλλά συμπίεσαν τις αποδόσεις κεφαλαίου βραχυπρόθεσμα.
Η Metlen International Renewable Development
Η Mytilineos Italy μετονομάστηκε σε Metlen International Renewable Development, ενισχύοντας παράλληλα σημαντικά τη χρηματοδοτική της βάση, στο πλαίσιο της στρατηγικής ανάπτυξης των διεθνών ενεργειακών δραστηριοτήτων του ομίλου. Μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η εταιρεία προχώρησε σε διαδοχικές αυξήσεις κεφαλαίου, από τις 150 χιλιάδες ευρώ κατά τη σύστασή της στα σημερινά 6,6 εκατ. ευρώ. Η πρώτη αύξηση πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουνίου 2025, ύψους 400 χιλ. ευρώ, μέσω καταβολής μετρητών, ανεβάζοντας το κεφάλαιο στις 550 χιλ. ευρώ. Ακολούθησε δεύτερη αύξηση στις 17 Νοεμβρίου 2025 κατά 3,7 εκατ. ευρώ, ενώ η πλέον πρόσφατη εγκρίθηκε στις 29 Απριλίου 2026, ύψους 2,35 εκατ. ευρώ, μέσω κεφαλαιοποίησης ήδη καταβεβλημένων ποσών. Μετά και την τελευταία αυτή κίνηση, το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο διαμορφώθηκε στα 6,6 εκατ. ευρώ.
Η Hellenic Healthcare
Σε αναδιάρθρωση της εταιρικής του δομής προχώρησε ο όμιλος Hellenic Healthcare, καθώς ολοκληρώθηκε ησυγχώνευση της Hellenic Healthcare II από τη μητρική Hellenic Healthcare Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Συμμετοχών. Η απορροφώσα Hellenic Healthcare διαθέτει μετοχικό κεφάλαιο 131,59 εκατ. ευρώ, διαιρούμενο σε 131.593.699 ονομαστικές μετοχές αξίας ενός ευρώ, ενώ η απορροφώμενη Hellenic Healthcare II είχε κεφάλαιο 38,2 εκατ. ευρώ, επίσης διαιρούμενο σε ισάριθμες μετοχές ονομαστικής αξίας ενός ευρώ. Σύμφωνα με την έκθεση αποτίμησης της Q.A.S. Ορκωτοί Ελεγκτές, η καθαρή θέση της Hellenic Healthcare II αποτιμήθηκε στα 34,19 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία εμφάνιζε συνολικό ενεργητικό ύψους περίπου 142,6 εκατ. ευρώ και υποχρεώσεις 108,4 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος του ενεργητικού να αφορά συμμετοχές σε θυγατρικές εταιρείες του κλάδου υγείας. Η απορροφώμενη εταιρεία είχε στο χαρτοφυλάκιό της συμμετοχές σε σειρά εταιρειών του ομίλου, μεταξύ των οποίων οι HHG Greece Συμμετοχών, General Clinic Θεσσαλονίκης, η Κλινική Αθηναϊκή Mediclinic και η Μητέρα ΑΕ. Στόχος της κίνησης ήταν η απλοποίηση της εταιρικής δομής, η ενοποίηση συμμετοχών και η λειτουργική αναδιοργάνωση του ομίλου Hellenic Healthcare.
Η ΠΑΕ Παναθηναϊκός
Ζημιές ύψους 26,3 εκατ. ευρώ κατέγραψε η ΠΑΕ Παναθηναϊκός στη χρήση 2024-2025, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις που δημοσιοποιήθηκαν χθες, παρουσιάζοντας πάντως βελτίωση κατά περίπου 9% σε σχέση με τις ζημιές των 28,9 εκατ. ευρώ της προηγούμενης χρήσης. Την ίδια στιγμή, ο κύκλος εργασιών της ΠΑΕ σημείωσε εντυπωσιακή αύξηση κατά 47%, καθώς τα συνολικά έσοδα ανήλθαν στα 60,2 εκατ. ευρώ έναντι 40,9 εκατ. ευρώ το 2023-2024. Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά περίπου 21% και διαμορφώθηκαν στα 75 εκατ. ευρώ, από 62 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ οι ζημιές από διάθεση άυλων περιουσιακών στοιχείων και ποδοσφαιριστών εκτινάχθηκαν κατά σχεδόν 69%, φτάνοντας τα 11 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, τα χρηματοοικονομικά έξοδα μειώθηκαν σημαντικά κατά περίπου 69%, περιοριζόμενα στις 453 χιλ. ευρώ από 1,46 εκατ. ευρώ. Τα έσοδα από εισιτήρια σχεδόν τριπλασιάστηκαν, καταγράφοντας άνοδο περίπου 177%, καθώς ανήλθαν στα 19,3 εκατ. ευρώ από 6,9 εκατ. ευρώ. Ισχυρή ήταν και η αύξηση στα έσοδα από χορηγίες και διαφημίσεις, τα οποία ενισχύθηκαν κατά περίπου 109% και έφτασαν τα 15,8 εκατ. ευρώ έναντι 7,5 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Τα τηλεοπτικά έσοδα παρέμειναν ουσιαστικά σταθερά στα 5,3 εκατ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από UEFA και ευρωπαϊκές διοργανώσεις υποχώρησαν κατά περίπου 16%, διαμορφούμενα κοντά στα 10 εκατ. ευρώ. Σε επίπεδο ρευστότητας, τα ταμειακά διαθέσιμα της ΠΑΕ αυξήθηκαν κατά περίπου 210% και ανήλθαν σε 1,62 εκατ. ευρώ στο τέλος της χρήσης, έναντι 522 χιλ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο, οι λειτουργικές ταμειακές ροές παρέμειναν αρνητικές, με εκροές που ξεπέρασαν τα 15 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, οι συνολικές υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά περίπου 37%, αγγίζοντας τα 53,5 εκατ. ευρώ από 38,9 εκατ. ευρώ, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ενισχύθηκαν κατά 44%, στα 40,7 εκατ. ευρώ.
Η εταιρεία ενίσχυσε την κεφαλαιακή της βάση μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου συνολικού ύψους 45,36 εκατ. ευρώ. Το μετοχικό κεφάλαιο αυξήθηκε κατά περίπου 47%, φτάνοντας τα 141,67 εκατ. ευρώ από 96,31 εκατ. ευρώ έναν χρόνο πριν. Παράλληλα, έως τις 30 Ιουνίου 2025 είχαν ήδη καταβληθεί 17,5 εκατ. ευρώ έναντι νέων αυξήσεων κεφαλαίου, ενώ από την 1η Ιουλίου 2025 έως σήμερα οι μέτοχοι έχουν εισφέρει επιπλέον 6,2 εκατ. ευρώ, ποσό που θα κεφαλαιοποιηθεί στη διάρκεια της χρήσης 2025-2026.
Η καθαρή θέση της ΠΑΕ επέστρεψε σε θετικό πρόσημο, διαμορφούμενη στα 3,54 εκατ. ευρώ, έναντι αρνητικής καθαρής θέσης 3,84 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ορκωτός Ελεγκτής της Grant Thornton, τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας, χωρίς να υπολογίζεται η πλασματική αξία των ποδοσφαιριστών που προβλέπει ο αθλητικός νόμος, έχουν υποχωρήσει κάτω από το ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου. Αυτό ενεργοποιεί τις προβλέψεις του νόμου περί ανωνύμων εταιρειών, βάσει των οποίων το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλέσει γενική συνέλευση για τη λήψη μέτρων ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας της εταιρείας.


























