Η Tulipa scardica, μια σπάνια αυτοφυής («άγρια») τουλίπα με περιορισμένη εξάπλωση στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια είχε να εντοπιστεί στην Ελλάδα από το 1896. Κανένας δεν την είχε δει στο φυσικό της περιβάλλον στη χώρα. Υπήρχε μόνο ένα παλιό αποξηραμένο δείγμα του P. Sintenis σε μια ευρωπαϊκή συλλογή (Lund, Σουηδία), κάποιες βασικές περιγραφές, και μία διαρκής επιστημονική διαμάχη για το αν ήταν πράγματι ένα ξεχωριστό είδος ή απλώς μια παραλλαγή άλλης βαλκανικής τουλίπας.
Σήμερα, περίπου 130 χρόνια αργότερα, η τουλίπα αυτή αναδύεται ξανά από τη βοτανική… αφάνεια.
Τώρα, μια νέα έρευνα Ελλήνων επιστημόνων που παρουσιάζεται στο επιστημονικό περιοδικό Plants όχι μόνο επιβεβαίωσε την παρουσία της T. scardica στη βόρειο-κεντρική Ελλάδα (Κόζιακας), αλλά χρησιμοποίησε ένα εντυπωσιακά σύγχρονο οπλοστάσιο εργαλείων από μορφομετρία στο φυσικό περιβάλλον, αλληλούχηση DNA και ηλεκτρονική μικροσκοπία μέχρι ανάλυση χρωμοσωμάτων και χημείας του εδάφους, για να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα της σύγχρονης βιολογίας: πότε δύο σχεδόν πανομοιότυποι φαινοτυπικά οργανισμοί θεωρούνται τελικά διαφορετικά είδη;
Η ιστορία της T. scardica είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο περίπλοκη μπορεί να γίνει η ταξινόμηση της ζωής. Το είδος περιγράφηκε επιστημονικά το 1923 από τον Γερμανό βοτανολόγο Joseph Bornmüller, ο οποίος του έδωσε το όνομα εμπνευσμένος από την οροσειρά Šar στα σημερινά σύνορα Κοσόβου και Βόρειας Μακεδονίας. Από τότε, η παρουσία του είδους επιβεβαιώθηκε μόνο σε λίγους μικρούς πληθυσμούς στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες.
«Το πρόβλημα ήταν ότι η τουλίπα αυτή μοιάζει υπερβολικά με την T. undulatifolia (κυμματόφυλλη τουλίπα π.χ. Διδύμων Αργολίδας). Για δεκαετίες, διαφορετικές βοτανικές σχολές τη θεωρούσαν άλλοτε ξεχωριστό είδος και άλλοτε συνώνυμο της T. undulatifolia ή ακόμη και της γνωστής T. gesneriana, προγόνου πολλών καλλιεργούμενων τουλιπών και υβριδίων τους. Η σύγχυση ήταν τόσο μεγάλη ώστε η T. scardica από την Ελλάδα δεν εμφανίστηκε ξανά στη βοτανική βιβλιογραφία», εξηγεί στο Dnews o Καθηγητής Συστηματικής Βοτανικής στο Τμήμα Γεωπονίας του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, Νίκος Κρίγκας, και κύριος συν-συγγραφέας της μελέτης.
Επιστροφή στα ελληνικά βουνά
Οι Έλληνες επιστήμονες, προκειμένου να δώσουν μία απάντηση αποφάσισαν τελικά να επιστρέψουν στο σημείο όπου είχε συλλεχθεί το μοναδικό ελληνικό δείγμα το 1896, ακολουθώντας τις περιγραφές του P. Sintenis που ενημέρωνε το διάσημο βοτανικό J. Dörfer στη Βιέννη. Εκεί, ύστερα από στοχευμένες αποστολές πεδίου, εντόπισαν έναν μικρό αυτοφυή πληθυσμό που ταίριαζε εντυπωσιακά με τις ιστορικές περιγραφές. Η ανακάλυψη από μόνη της θα ήταν σημαντική. Όμως η ομάδα δεν σταμάτησε εκεί.
Για να διαπιστώσουν εάν επρόκειτο πραγματικά για την T. scardica, οι επιστήμονες ακολούθησαν μια προσέγγιση που θυμίζει περισσότερο σύγχρονη εγκληματολογική έρευνα παρά παραδοσιακή μελέτη συστηματικής βοτανικής. Συνδύασαν μορφολογικές μετρήσεις (μορφομετρία στο φυσικό περιβάλλον), ηλεκτρονική μικροσκοπία σάρωσης σε σπέρματα των φυτών, μοριακές αναλύσεις DNA, καρυοτυπική ανάλυση (απεικόνιση του συνόλου των χρωμοσωμάτων ενός οργανισμού ανά μέγεθος, σχήμα και αριθμό), και φυσικοχημικά δεδομένα από το έδαφος όπου αυτοφύονταν τα φυτά.
«Συνολικά εξετάστηκαν 140 φυτικά άτομα και διαπιστώθηκε ότι 25 από αυτά που ανήκαν στον πληθυσμό της T. scardica του Κόζιακα έδειξαν σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με τα υπόλοιπα που προέρχονταν από τέσσερις διαφορετικούς πληθυσμούς της T. undulatifolia στην Ελλάδα», αναφέρει ο καθηγητής Κρίγκας.
Όπως προσθέτει, οι διαφορές ήταν λεπτές αλλά σταθερές. «Η T. scardica ήταν αισθητά μικρότερη, με λεπτότερους βλαστούς και στενότερα φύλλα και τα άνθη της είχαν διαφορετική γεωμετρία με πιο κοντά αλλά φαρδύτερα τέπαλα, μεγαλύτερη μαύρη κηλίδα στη βάση και αναλογικά μακρύτερους στήμονες. Ακόμη και η γύρη αποκάλυπτε μια διακριτική υπογραφή, πορφυρή στην T. scardica και πρασινοκίτρινη στην T. undulatifolia».
Στη συνέχεια, οι επιστήμονες προχώρησαν στην εξέταση της επιφάνειας των σπερμάτων. Χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης (SEM), ανακάλυψαν για πρώτη φορά ότι και τα δύο είδη διαθέτουν στόματα, μικροσκοπικές δομές που συνήθως συναντώνται στα φύλλα των φυτών, πάνω στο περίβλημα των σπερμάτων τους.
«Η παρουσία στομάτων σε σπέρματα («σπόρους») θεωρείται εξαιρετικά ασυνήθιστη στα ανθοφόρα φυτά, και πρώτη φορά ανακαλύπτεται κάτι τέτοιο σε τουλίπες», σημειώνει ο Έλληνας επιστήμονας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν ότι τα στόματα της T. scardica είχαν διαφορετική αρχιτεκτονική. Ήταν πιο σύνθετα, με σαφώς οργανωμένα κύτταρα γύρω από το άνοιγμα, ενώ στην T. undulatifolia οι δομές ήταν πολύ απλούστερες.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτά τα μικροσκοπικά χαρακτηριστικά ίσως σχετίζονται με τον τρόπο που τα σπέρματα απορροφούν νερό ή/και ανταλλάσσουν αέρια όταν φυτρώνουν.
Η γενετική, αντίθετα, αποδείχθηκε λιγότερο ξεκάθαρη. Οι αναλύσεις DNA έδειξαν ότι τα δύο taxa (ταξινομικές μονάδες) είναι εξαιρετικά στενά συγγενικά. Αυτό όμως δεν εξέπληξε τους ερευνητές. Πολλά φυτικά είδη που έχουν διαφοροποιηθεί σχετικά πρόσφατα εξακολουθούν να μοιράζονται πολύ παρόμοιο γενετικό υλικό. Με άλλα λόγια, η εξέλιξη δεν αφήνει πάντα καθαρά γενετικά “δακτυλικά αποτυπώματα” εξαρχής.
Εκεί όπου η μελέτη έγινε ιδιαίτερα ισχυρή ήταν στον συνδυασμό όλων των δεδομένων μαζί.
Πέρα από τη μορφομετρία που έδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές, οι χρωμοσωμικές αναλύσεις έδειξαν λεπτές αλλά στατιστικά σημαντικές διαφορές στον καρυότυπο των δύο ειδών, ενώ οι αναλύσεις εδάφους αποκάλυψαν ότι ο πληθυσμός της T. scardica αναπτύσσεται σε ιδιαίτερες οικολογικές συνθήκες που συμφωνούν με τις γνωστές προτιμήσεις του είδους στα Βαλκάνια.
Το τελικό συμπέρασμα της μελέτης είναι σαφές: η Tulipa scardica πιθανότατα αποτελεί πραγματικά ξεχωριστό είδος και όχι απλώς μια γεωγραφική παραλλαγή της T. undulatifolia.
Η σημασία αυτής της ανακάλυψης, όπως εκτιμά ή ομάδα ξεπερνά τα όρια της βοτανικής ταξινόμησης. Οι αυτοφυείς τουλίπες θεωρούνται πολύτιμοι γενετικοί πόροι για μελλοντικά προγράμματα βελτίωσης και καλλιέργειας, ιδιαίτερα στην εποχή κλιματικής κρίσης. Χαρακτηριστικά όπως η ανθεκτικότητα σε ασθένειες, η προσαρμογή σε ακραία περιβάλλοντα ή ακόμη και νέα μορφολογικά χαρακτηριστικά λουλουδιών μπορεί να κρύβονται σε μικρούς, απομονωμένους πληθυσμούς σαν αυτόν.
«Τελικά, επιβεβαιώνεται η ρήση του Ηράκλειτου “φύσις κρύπτεσθαι φιλεί” Κάπου στις ορεινές πλαγιές της βορειοκεντρικής Ελλάδας μια μικρή κόκκινη τουλίπα που θεωρούνταν χαμένη για περισσότερο από έναν αιώνα αποδεικνύει ότι ακόμη και σήμερα η φύση εξακολουθεί να κρύβει μυστικά που περιμένουν να βγουν στο φως», καταλήγει ο καθηγητής Κρίγκας.
Picture credits: Ιωάννης Κοφινάς

























