Στραμμένα στη Ρουμανία είναι σήμερα τα βλέμματα πολλών ενεργειακών διοικήσεων ανά τον κόσμο, καθώς η κυβέρνηση της χώρας θα ενεργοποιήσει τις αμερικανικές κυρώσεις που αφορούν στο διυλιστήριο Petrotel–Lukoil, ανοίγοντας μια νέα και ιδιαίτερα πιεστική φάση διαβουλεύσεων για το μέλλον της ρωσικής εταιρείας στη χώρα. Το δεύτερο μεγάλο χρονικό ορόσημο έρχεται στις 13 Δεκεμβρίου, όταν θα εφαρμοστούν οι τελικές κυρώσεις που περιλαμβάνουν και το δίκτυο 320 πρατηρίων της Lukoil. Αυτό το διάστημα των 23 ημερών θεωρείται καθοριστικό για την τύχη των ενεργειακών υποδομών, τις κινήσεις της ρουμανικής κυβέρνησης και τους πιθανούς νέους επενδυτές.
Οι ρουμανικές αρχές εξέτασαν αρχικά το ενδεχόμενο προσωρινής κρατικοποίησης του διυλιστηρίου Petrotel–Lukoil, ωστόσο αυτή η κίνηση απορρίφθηκε λόγω της έλλειψης άμεσης ρευστότητας περίπου 200 εκατ. ευρώ, ποσό που θα απαιτούσε η ταχεία επανεκκίνησή του σε περίπτωση κρατικής ανάληψης. Έτσι, η Ρουμανία στρέφει πλέον τις προσπάθειές της σε ένα μοντέλο επιταχυνόμενης πώλησης υπό κρατική επίβλεψη, με στόχο να εξασφαλιστεί ομαλή μετάβαση και να αποφευχθούν αναταράξεις στην αγορά καυσίμων. Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, τουλάχιστον τρεις εταιρείες φέρονται από ρουμανικές κυβερνητικές πηγές να έχουν εκδηλώσει επίσημο ενδιαφέρον για την απόκτηση είτε του διυλιστηρίου, είτε των πρατηρίων της Lukoil. Το αμερικανικό επενδυτικό fund Carlyle – που είναι ήδη ενεργό στη Ρουμανία μέσω της Black Sea Oil & Gas– θεωρείται ο βασικός διεκδικητής, ενώ στο κάδρο βρίσκονται και ο ουγγρικός όμιλος MOL, καθώς και η ελληνική HELLENiQ ENERGY, η οποία εμφανίζεται ως ένας από τους πιο δραστήριους μνηστήρες για τα ρουμανικά assets της Lukoil. Η στήλη απευθύνθηκε για το θέμα στην HELLENiQ ENERGY, ωστόσο πηγές της εταιρείας δεν θέλησαν να σχολιάσουν.
Κυρώσεις στην Altomare για το Ιράν
Σε ακόμη ένα βήμα κλιμάκωσης της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» προς την Τεχεράνη, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε νέο πακέτο κυρώσεων που στοχεύει το εκτεταμένο δίκτυο παράνομων εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου. Στο επίκεντρο αυτού του γύρου κυρώσεων βρίσκεται η ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία Altomare, που συνδέεται με τους Έλληνες εφοπλιστές Δημήτρη Μπάκο και Ιωάννη Καϋμενάκη, αλλά και τέσσερις παναμαϊκές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων, οι Thasos Maritime and Trading, Serifos Maritime and Trading, Tilos Maritime and Trading και Corfu Maritime and Trading, οι οποίες σύμφωνα με το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) των ΗΠΑ διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ιρανικού αργού και υγραερίου. Η ελληνική εταιρεία Altomare κατονομάζεται ως ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια του δεξαμενόπλοιου KALLISTA (IMO 9411965). Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, το πλοίο φέρεται να μετέφερε σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού αργού για λογαριασμό της Sepehr Energy Jahan, εταιρείας που – όπως υποστηρίζει το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών – λειτουργεί ως βασικό οικονομικό στήριγμα των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων. Το KALLISTA χαρακτηρίζεται πλέον από τις αμερικανικές αρχές ως «δεσμευμένη ιδιοκτησία», ενώ η Altomare εντάχθηκε στις οντότητες που θεωρείται ότι συνδράμουν στην τρομοκρατική χρηματοδότηση. Η ανακοίνωση της OFAC δεν κατονομάζει φυσικά πρόσωπα, ήτοι οι κυρώσεις δεν αφορούν στους ιδιοκτήτες. Παράλληλα, με το ίδιο ανακοινωθέν, το υπουργείο Οικονομικών επέκτεινε τις κυρώσειςτου στις παναμαϊκές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων Thasos Maritime and Trading, Serifos Maritime and Trading, Tilos Maritime and Trading και Corfu Maritime and Trading. Η OFAC αναφέρει ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες κατέχουν ή διαχειρίζονται δεξαμενόπλοια ή πλοία μεταφοράς αερίου, όπως τα TUSITALA, NEXO, KAISA I και GAS ATHENA, τα οποία φέρονται να πραγματοποίησαν ship-to-ship μεταφορτώσεις, πρακτική που χρησιμοποιείται συχνά για την απόκρυψη της προέλευσης του φορτίου.
(Update) Η Altomare δήλωσε για τις κυρώσεις της OFAC τα εξής:
«Η εταιρεία μας ενημερώθηκε σήμερα το πρωί ότι συμπεριελήφθη σε κατάλογο κυρώσεων της αμερικανικής υπηρεσίας OFAC. Η Εταιρεία εκφράζει την πλήρη έκπληξη και απογοήτευσή της για τη συγκεκριμένη αναφορά, καθώς το διαχειριζόμενο πλοίο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα με βάση την ανακοίνωση των αρχών, όντας ναυλωμένο από φερέγγυους και αξιόπιστους ναυλωτές βρισκόταν στο λιμάνι της Μπάσρα στο Ιράκ σε διαδικασία φόρτωσης με τελικό προορισμό το λιμάνι εκφόρτωσης στο Παραντίπ, στην Ινδία.
Η εταιρεία μας δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα γεγονότα που αναφέρονται και ουδέποτε πραγματοποίησε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να συνδέεται με τις κατηγορίες ή να εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης με τις αμερικανικές κυρώσεις (sanctions). Καθ’ όλο το διάστημα της λειτουργίας μας, τηρούμε απαρέγκλιτα όλους τους διεθνείς κανονισμούς, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων των ΗΠΑ, της ΕΕ και των διεθνών οργανισμών.
Η εταιρεία μας μέσω των συμβούλων της έχει προχωρήσει άμεσα στις απαραίτητες ενέργειες για τη διόρθωση της καταχώρησης στη λίστα των κυρώσεων, την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την αποκατάσταση της φήμης της εταιρείας δηλώνοντας παράλληλα ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται με διαφάνεια με όλες τις αρμόδιες αρχές».
Η Naval Group στην Ελλάδα
Η Naval Group ενισχύει περαιτέρω την παρουσία της στην Ελλάδα, προχωρώντας στη σύσταση υποκαταστήματος στη χώρα, μόλις λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της σύμβασης για την τέταρτη φρεγάτα Belharra, τον «Θεμιστοκλή», τύπου Belharra Standard 2++. Αν και η απόφαση της γαλλικής εταιρείας είχε ληφθεί ήδη από την 1η Σεπτεμβρίου 2025, η επίσημη σύσταση του υποκαταστήματος ολοκληρώθηκε χθες, σηματοδοτώντας ένα νέο στάδιο στη συνεργασία Αθήνας–Παρισιού στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Το νέο σχήμα φέρει την επωνυμία Naval Group Υποκατάστημα Αλλοδαπής και θα εδρεύει στη Μιχαλακοπούλου 48, αποτελώντας επιχειρησιακό κόμβο για μια σειρά δραστηριοτήτων. Ως βασικό αντικείμενο έχει δηλωθεί η ναυπήγηση πλοίων και πλωτών κατασκευών, ενώ παράλληλες δραστηριότητες εκτείνονται σε τεχνικές μελέτες, επισκευές, ελέγχους πλοίων, έρευνα στη ναυπηγική και αεροναυπηγική, καθώς και υπηρεσίες logistics και μηχανικών. Εκπρόσωπος του νέου υποκαταστήματος ορίστηκε ο David Pinot, Country Director της Naval Group στην Ελλάδα και πρώην στέλεχος της Thales. Ο Pinot έλαβε την επίσημη εξουσιοδότηση από τον Pierre-Eric Pommellet, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Naval Group, αναλαμβάνοντας τον συντονισμό των επιχειρησιακών δράσεων της εταιρείας στη χώρα.
Η Συνεταιριστική Τράπεζα Δυτικής Μακεδονίας
Με 12 χρόνια καθυστέρηση η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε στον «σωστό» και «οριστικό» επαναπροσδιορισμό του ποσού που υπολειπόταν από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Δυτικής Μακεδονίας σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν το 2013 στην Alpha Bank, κλείνοντας μια εκκρεμότητα που παρέμενε ανοιχτή επί χρόνια λόγω δικαστικών εμπλοκών. Η νέα απόφαση της ΤτΕ εκδόθηκε έπειτα από δύο προηγούμενες ακυρώσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας, γεγονός που υποχρέωσε την Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης να εξετάσει από την αρχή όλα τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων της αρχικής αποτίμησης. Γιατί έγινε αυτό; Κατά την εξυγίανση του 2013, τα καταθετικά προϊόντα και τα δάνεια της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας μεταφέρθηκαν στην Alpha Bank, με το Δημόσιο – μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας – να καλύπτει τη διαφορά ανάμεσα στο παθητικό και το ενεργητικό της τράπεζας. Μετά τον νέο υπολογισμό, η διαφορά αυτή ορίσθηκε πλέον στα 99,7 εκατ. ευρώ. Η αναπροσαρμογή προέκυψε από τον τρόπο που αποτιμήθηκαν σύνθετα καταθετικά προϊόντα της τράπεζας, τα οποία αποτελούνταν από προθεσμιακές καταθέσεις και συνεταιριστικές μερίδες. Στις προηγούμενες αποφάσεις λαμβανόταν υπόψη μόνο η προθεσμιακή κατάθεση ως μεταβιβάσιμη. Η νέα απόφαση ενσωματώνει και τις συνεταιριστικές μερίδες, προσθέτοντας 4,47 εκατ. ευρώ στο τελικό ποσό. Την πρόσθετη αυτή διαφορά θα καλύψει το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων. Από το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων θα καταβληθούν 3,86 εκατ. ευρώ και από το Σκέλος Εξυγίανσης 616.373 ευρώ. Μετά την καταβολή, το ΤΕΚΕ αποκτά αντίστοιχη απαίτηση από την υπό εκκαθάριση τράπεζα, με την ίδια σειρά προτεραιότητας όπως ίσχυε και πριν.
Τα αμοιβαία της Crediabank
Η Crediabank ενοποιεί στις οικονομικές της καταστάσεις τρία αμοιβαία κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, το Zaitech Fund I, το EOS Hellenic Renaissance Fund II (EHRF II) και το Golden Age Capital Private Equity Fund I (A.Κ.Ε.Σ.), στα οποία συμμετέχει με διαφορετικά ποσοστά και επενδυτικές στοχεύσεις. Το Zaitech Fund I επενδύει σε καινοτόμες ελληνικές κεφαλαιουχικές εταιρείες με έμφαση στους τομείς τροφίμων και ποτών, retail, βιολογικών προϊόντων, βιομηχανίας, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής. Διαχειριστής του είναι η Attica Ventures ΑΕΔΑΚΕΣ, στην οποία η τράπεζα κατέχει ποσοστό 10%. Το κόστος κτήσης της συμμετοχής της Crediabank στο Zaitech Fund I διαμορφώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2025 σε 2,7 εκατ. ευρώ. Από τη συμμετοχή αυτή προέκυψε κέρδος περίπου 0,5 εκατ. ευρώ στα ενοποιημένα αποτελέσματα 9mhnoy 2025. Το EOS Hellenic Renaissance Fund II επικεντρώνεται στη χρηματοδότηση υγιών και αναπτυσσόμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κατανέμοντας τις επενδύσεις του κατά 50% στον κλάδο F&B και κατά 50% σε τομείς όπως logistics, βιομηχανία, λιανικό εμπόριο, τεχνολογίες πληροφορικής και fintech. Διαχειρίζεται από την EOS Capital Partners AIFM. Η συμμετοχή της τράπεζας, συνολικού ύψους 1 εκατ. ευρώ, είχε κόστος κτήσης 0,05 εκατ. ευρώ έως το τέλος Σεπτεμβρίου 2025, καλύπτοντας τις τρεις πρώτες τμηματικές καταβολές. Έως την ίδια ημερομηνία δεν είχαν πραγματοποιηθεί επενδύσεις. Το Golden Age Capital Private Equity Fund I στοχεύει σε επενδύσεις στους κλάδους τροφίμων και ποτών, εστίασης, υπηρεσιών υγείας, επιχειρηματικών υπηρεσιών, εξειδικευμένων βιομηχανιών και λιανικού εμπορίου. Διαχειριστής είναι η Golden Age Capital ΑΕΔΑΚΕΣ. Η συμμετοχή της Crediabank, ύψους 2 εκατ. ευρώ, είχε κόστος κτήσης 0,25 εκατ. ευρώ έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2025, αντιστοιχώντας στις δύο πρώτες τμηματικές καταβολές. Ομοίως, δεν είχαν ακόμη υλοποιηθεί επενδύσεις.
Εκποίηση ακινήτων
Η Crediabank υλοποιεί και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εκποίησης ακινήτων με στόχο την αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων που δεν εξυπηρετούν πλέον τη λειτουργική της δραστηριότητα. Η διαδικασία εκποίησης προβλέπεται να προχωρήσει σταδιακά μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Κατά το εννεάμηνο του 2025, η Crediabank προχώρησε στην πώληση εννέα ακινήτων, συνολικής λογιστικής αξίας 12,9 εκατ. ευρώ, αποκομίζοντας έσοδα 13 εκατ. ευρώ. Την ίδια περίοδο ολοκληρώθηκε και η διάθεση τεσσάρων ακόμη ακινήτων, αξίας 427 χιλ. ευρώ, με τίμημα 482 χιλ. ευρώ και καταγεγραμμένο κέρδος 55,7 χιλ. ευρώ. Σημαντική άνοδο σημείωσαν και τα έσοδα από μισθώματα επενδυτικών ακινήτων, τα οποία ανήλθαν σε 844 χιλ. ευρώ το 9μηνο του 2025, έναντι μόλις 116 χιλ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Στο χαρτοφυλάκιο επενδυτικών ακινήτων περιλαμβάνονται επίσης ακίνητα που αποκτήθηκαν μέσω πλειστηριασμών, τα οποία προορίζονται για πώληση ή εκμίσθωση στο άμεσο μέλλον. Μετά τη συγχώνευση με την πρώην Παγκρήτια Τράπεζα, η Crediabank προχώρησε σε επαναξιολόγηση της σχετικής πολιτικής, μεταφέροντας στην κατηγορία αυτή ακίνητα συνολικής αξίας 21,2 εκατ. ευρώ. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2025, η αξία των ακινήτων που παρέμεναν καταχωρισμένα ως «Διακρατούμενα προς πώληση» διαμορφώθηκε σε 22,1 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική εξέλιξη του προγράμματος εκποίησης.
«Ληγμένα» γάλατα και παγωτά
Η Κρι-Κρι κατέγραψε μεγάλη αύξηση στις προβλέψεις καταστροφής ακατάλληλων αποθεμάτων στο 9μηνο του 2025, με το σχετικό ποσό να ανέρχεται σε 258.784 ευρώ έναντι 177.510 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024, σημειώνοντας άνοδο 45,8%. Η αύξηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη ανοδική πορεία των λειτουργικών μεγεθών της γαλακτοβιομηχανίας, καθώς η παραγωγική και εμπορική της δραστηριότητα παρουσιάζει σημαντική ενίσχυση. Τα αποθέματα ανήλθαν σε 27,89 εκατ. ευρώ, έναντι 20,75 εκατ. ευρώ στο 9μηνο του 2024, εξέλιξη που αντανακλά τόσο τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών όσο και την ενισχυμένη παραγωγή τελικών και ημιτελών προϊόντων, όπως και πρώτων υλών. Στο ίδιο διάστημα, ο κύκλος εργασιών της εταιρείας ενισχύθηκε κατά 25%, φτάνοντας τα 259,69 εκατ. ευρώ από 207,48 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, λόγω ισχυρής ανάπτυξης στις κατηγορίες γαλακτοκομικών και παγωτού. Παράλληλα, το μικτό κέρδος σημείωσε άνοδο και διαμορφώθηκε στα 72,16 εκατ. ευρώ, από 69,45 εκατ. ευρώ το 2024. Ωστόσο, η αύξηση των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων επιβάρυνε το συνολικό αποτέλεσμα. Οι εμπορικές απαιτήσεις εκτινάχθηκαν στα 56,73 εκατ. ευρώ, έναντι 46,09 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος, λόγω της έντονης εποχικότητας στο παγωτό και της αύξησης των πωλήσεων. Οι προβλέψεις απομείωσης επισφαλών απαιτήσεων ανήλθαν σε 2,85 εκατ. ευρώ, επηρεασμένες από νέες επισφαλείς απαιτήσεις ύψους 512 χιλ. ευρώ. Αντίστοιχα, οι προμηθευτές και λοιπές υποχρεώσεις ανήλθαν στα 47,02 εκατ. ευρώ, από 33,99 εκατ. ευρώ το 2024, ως αποτέλεσμα της αυξημένης παραγωγής και των υψηλότερων τιμών πρώτων υλών. Παρά την ενίσχυση των βασικών λειτουργικών δεικτών, η κερδοφορία υποχώρησε. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν στα 31,14 εκατ. ευρώ, έναντι 36,36 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.




























